Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΝΕΟ ΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑΞΙΟΥ

Του Μάνου Μεγαλοκονόμου
Πρέσβη ε.τ


Όλο περισσεύουν οι φωνές – είχαν αρχίσει πριν δύο χρόνια αλλά τώρα πια αποτελούν την πλειονότητα των διεθνών οικονομικών σχολιαστών
πως η σκληρή λιτότητα που επιβάλλεται στην ευρωζώνη θα οδηγήσει σε παρατεταμένη ύφεση που θα διαρκέσει ίσως και πέραν μιας ολόκληρης δεκαετίας.
Ακόμη και η  Γερμανία δείχνει ότι θα συνειδητοποιήσει κάποτε πως η πολιτική που επιβάλλει στην ευρωζώνη – το επίμονο πρόγραμμα λιτότητας – είναι αντιπαραγωγική. Στην πραγματικότητα αυτό που συμβαίνει είναι ότι ο Νότος ωθείται σε μια παρατεταμένη ύφεση και, τελικά, πτώχευση. Η ύφεση αυτή μπορεί να γίνει μόνιμη, μέχρι σημείου που η έντονη δυστυχία να προκαλέσει ακόμη και κοινωνικές ταραχές.  Η λιτότητα επεβλήθη με τη σκέψη ότι έτσι η Ευρώπη θα επανακτήσει την ανταγωνιστικότητά που έχασε με την παγκοσμιοποίηση. Παρά δε τα αρνητικά αποτελέσματα της πολιτικής αυτής, υπάρχουν ακόμη κάποιοι που επιμένουν στον μύθο  ότι αν μειωθεί η αμοιβή εργασίας στην Ευρώπη, οι χώρες της γηραιάς Ηπείρου θα γίνουν ανταγωνιστικές απέναντι στις αναπτυσσόμενες, τις αποκαλούμενες BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα κλπ). 
«Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα παραμένει σε υψηλά επίπεδα», δήλωσε προ μερικών εβδομάδων κάποιος γενικός γραμματέας του υπουργείου Οικονομικών και άφησε άφωνο το ακροατήριο της γενικής συνέλευσης της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιριών. Ο ίδιος κατά τη διάρκεια ομιλίας του υποστήριξε: «Το κόστος εργασίας μειώθηκε στην Ελλάδα, αλλά ο κατώτατος μισθός παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Αυτό πρέπει να το προσέξουμε στην ανάπτυξη».
Έχει διαπιστωθεί από κορυφαίους οικονομολόγους ότι όλη η εξέλιξη που διαπιστώνουμε από το 1974 είναι αποτέλεσμα της άκριτης και τυφλής εφαρμογής του άρθρου 110 της Συνθήκης της Ρώμης της 25 Μαρτίου 1957 το οποίο επανελήφθη και περιελήφθη σταθερά σ’ όλες τις επόμενες συνθήκες. Κατά το άρθρο αυτό : «Τα κράτη-μέλη συνιστώντα μεταξύ τους μια τελωνειακή ένωση, έχουν ως στόχο να συμβάλουν σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, στην αρμονική ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου, στην προοδευτική κατάργηση των περιορισμών στις διεθνείς ανταλλαγές και στη μείωση των δασμολογικών φραγμών».
Στην πραγματικότητα για να δικαιολογείται το άρθρο 110 της Συνθήκης της Ρώμης, θα έπρεπε να διαμορφωθεί, όπως είχε υποδείξει, χωρίς τότε να εισακουσθεί, ο νομπελίστας γάλλος οικονομολόγος Maurice Allais ως εξής: «Για την διατήρηση της αρμονικής ανάπτυξης του διεθνούς εμπορίου πρέπει να διασφαλίζεται μια λογική κοινοτική προστασία κατά των εισαγωγών από τρίτες χώρες, των οποίων τα επίπεδα των μισθών, όπως διαμορφώνονται από τις νομισματικές ανταλλαγές είναι ασυμβίβαστα με την κατάργηση κάθε τελωνειακής προστασίας.»

Εν τω μεταξύ ο χειρισμός της ευρωπαϊκής κρίσης από τη Γερμανία «ξυπνά τα φαντάσματα της Ιστορίας» και απειλεί «να οδηγήσει σε καταστροφή» είπε κατά τη διάρκεια πρόσφατης ομιλίας του στο Πανεπιστήμιο της Λουβέν στο Βέλγιο, ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς διανοητές της Ευρώπης, ο (Γερμανός) Γιούργκεν Χάμπερμας, απευθύνοντας παράλληλα έκκληση για μεγαλύτερη «αλληλεγγύη» και «περισσότερη Ευρώπη». Ο ίδιος στην ομιλία του τόνισε ότι «ο ηγεμονικός ρόλος της Γερμανίας μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή».
 Σήμερα, οι προοπτικές από όλα  τα προαναφερθέντα για τη χώρα μας  δεν είναι ευοίωνες και η μεγάλη πλειοψηφία των ελλήνων το αντιλαμβάνεται. Η Ελλάδα κινδυνεύει πολύ σύντομα να στερηθεί από κάθε ίχνος παραγωγικής βάσης και ο ενεργός της πληθυσμός να περιορισθεί στους δημοσίους υπαλλήλους, στα στελέχη των πολυεθνικών, και στους μετανάστες, νόμιμους και παράνομους – με συνέπεια την απόλυτη κατάρρευση. Θα βρεθεί δηλαδή σε μια θέση μη αναστρέψιμη τουλάχιστον για πολλά χρόνια. Ο λόγος είναι ότι ακόμη και με ελάχιστη μηνιαία αμοιβή στην Ελλάδα ίση με εκείνη της Βουλγαρίας, αυτή θα είναι πάλι ανώτερη από εκείνη της Κίνας και της Ινδίας και επομένως η λύση της ύφεσης και η επανάκτηση της ανταγωνιστικότητας δεν πρόκειται να επιτευχθεί με τις συνεχείς μειώσεις του εργατικού κόστους.

Κάποτε βέβαια η Ευρώπη θα αποφασίσει να διορθώσει το βαρύ σφάλμα του παρελθόντος που περιγράψαμε παραπάνω. Αλλά μέχρι τότε και με τα σημερινά δεδομένα το μέλλον διαγράφεται ζοφερό τουλάχιστον των νοτίων Ευρωπαϊκών χωρών και βεβαίως και της χώρας μας. Η χώρα όμως πρέπει εν τω μεταξύ να επιβιώσει. Είναι χρέος μας να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να επιβιώσει. Να βρούμε λύσεις εναλλακτικές,

Τα επιχειρήματα που διαθέτει η Ελλάδα είναι πολλά και οφείλουμε να τα χρησιμοποιήσουμε κατά την αναζήτηση των εναλλακτικών αυτών λύσεων. Αν και δεν είναι του παρόντος, αναφέρονται μερικά από αυτά που θα εχάνοντο οριστικά αν βούλιαζε η χώρα μας οικονομικά, κοινωνικά και θεσμικά. Μια αποφασιστική παράμετρος είναι ότι η χώρα αποτελεί ένα ανάχωμα πολιτισμών και βοηθάει στον παγκόσμιο αγώνα ενάντια στην τρομοκρατία και στον κίνδυνο εξάπλωσης διενέξεων.
Χάρη στη γεωγραφική θέση της στη Νοτιανατολική Ευρώπη και στην Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα παίζει ένα πολύ σημαντικό ρόλο για την περιφερειακή σταθερότητα. Η πρώτη οικονομική σύγκρουση των αγορών, η σχετική με την παγκοσμιοποίηση σήμερα βρίσκει άλλωστε την Ελλάδα στις προφυλακές της. Αν η Ευρώπη οφείλει να φερθεί στην χώρα μας με εντιμότητα θα το κάνει όχι μόνο για τα συμφέροντα της Ελλάδος αλλά και για τα συμφέροντα της ίδιας της Ευρώπης.
Συμπληρωματικά να παρατηρήσουμε ότι η «αλληλεγγύη» μεταξύ των μελών της ΕΕ, όπως  όλοι ομολογούν, έχει λησμονηθεί τα τελευταία χρόνια. Όταν παύει να υπάρχει αυτός ο αρχικός συνδετικός κρίκος της Ένωσης, είναι φανερό ότι τα οράματα των πρωτεργατών της έχουν ξεχασθεί. Όταν μάλιστα η αλληλεγγύη από τους ισχυρότερους προς τους ασθενέστερους χάνεται, τότε η ίδια η αλληλεγγύη, αν εξακολουθήσει να τηρείται από τους ασθενέστερους, μπορεί να ισοδυναμεί ακόμη και με την αυτοκτονία τους.   

Το μέλλον της Ελλάδας, κατά συνέπεια, μπορεί να είναι πιο εξασφαλισμένο, αν περικλείσει επειγόντως στους αναπτυσσόμενους δεσμούς της κάποιες από τις πιο δυναμικές οικονομίες του κόσμου. Και τούτο όχι μόνο για να επιβιώσει η Ελλάδα μέσα στην Ευρώπη αλλά και για την περίπτωση που οι Ευρωπαίοι εταίροι της απομακρυνθούν απ’ αυτήν ή αν η ίδια η Ένωση καταρρεύσει ως αποτέλεσμα των λαθών της. Ούτως ή άλλως η Ελλάδα οφείλει να βρει νέες πηγές οικονομικής συνεργασίας και στήριξης. Αμέσως. Πριν μείνει η χώρα μας χωρίς τα παιδιά της.

Κάθε λογικός άνθρωπος λ.χ. που έχει γνώση της Κίνας και των αναγκών της ξέρει ότι για την τεράστια αυτή χώρα η Ελλάδα έχει καίρια σημασία, όχι απλώς για ιστορικούς και πολιτιστικούς λόγους όπως, ορθώς άλλωστε, είναι διαδεδομένο, αλλά και για λόγους της δυνητικά οικονομικότερης διεξόδου των εξαγωγών της προς την Ευρώπη. Είναι η σύγχρονη και φυσιολογική της πύλη προς την Ευρώπη. Μια Ευρώπη που σήμερα δεν είναι μόνο η Βόρεια αλλά και η κεντρική και η ανατολική. Απλό βλέμμα στην  Γεωγραφία σε σχέση με την διώρυγα του Σουέζ το αποδεικνύει. Αφού λοιπόν η Κίνα (με την Ινδία και τις άλλες ασιατικές αναπτυσσόμενες χώρες) έχει καθιερωθεί από το διεθνές κεφάλαιο ως ο απόλυτος σχεδόν ανταγωνιστικός παραγωγός της Υφηλίου (εξ αιτίας του οποίου γεγονότος "δυστυχώς εμείς επτωχεύσαμεν!" ), το θέμα των μεταφορών προς την Ευρώπη έχει πρωταρχική σημασία τόσο για τις χώρες της Ε.Ε. όσο και για αυτές της ανατολικής Μεσογείου. Προκλητικά τη Χώρα μας θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει ως τον δυνητικά απαραίτητο  "οισοφάγο" των ασιατικών προϊόντων για κατανάλωση στην Ευρώπη.
Η  Κίνα έχει από καιρό, αλλά και πρόσφατα, δείξει σοβαρό ενδιαφέρον για κάθε τι ελληνικό:  ενίσχυση των εμπορευματικών σταθμών του Πειραιά (COSCO), άλλα λιμάνια, αεροδρόμια, επενδύσεις που θα δημιουργούσαν θέσεις εργασίας σε παράπλευρες με αυτά δραστηριότητες. Η στρατηγική ανάπτυξη μιας τέτοιας σχέσης  θα μπορούσε  να αναδείξει τη χώρα μας σε βασικό διάδρομο για τα κινεζικά προϊόντα που κατευθύνονται στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, την Αραβική Χερσόνησο και τη Βόρεια Αφρική. Συγχρόνως, η Ελλάδα θα είχε την ευχέρεια να ενισχύσει τη οικονομική δράση της προς στην κινεζική αγορά με την προώθηση προϊόντων που ζητούνται απ’ αυτήν όπως το ελαιόλαδο και άλλα παραδοσιακά προϊόντα, φαρμακευτικά φυτά, αρωματικά και, βέβαια, τουρισμό με ανεξάντλητες δυνατότητες,  παρακάμπτοντας έτσι τους ανταγωνιστές της. Πέρα από αυτά η Κίνα θα διατηρούσε άσβεστο το ενδιαφέρον της παραμείνει η Ελλάδα στην ευρωζώνη, όπως χαρακτηριστικά υποδείχθηκε πρόσφατα από τους κινέζους επισήμους στην Μέρκελ. 

Μια άλλη είδηση που σχετίζεται με τα παραπάνω θα έπρεπε επίσης να ελκύσει το ενδιαφέρον της ελληνικής ηγεσίας. Εκείνη που αφορά σχέδιο που εξετάζει το σερβικό υπουργείο φυσικών πόρων και χωροταξίας, όπως ανέφερε το σερβικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Tanjug και που αφορά μια ποτάμια εμπορική λεωφόρο που θα συνδέει τον Δούναβη και μέσω Βελιγραδίου θα καταλήγει στη Θεσσαλονίκη. Η ποτάμια αυτή οδός, κατά την είδηση, σχεδιάζεται να συνδέει ουσιαστικά τον λιμένα Θεσσαλονίκης με την «καρδιά» της Ευρώπης. Άσχετα από την απόσταση που φαίνεται να έχει ένα τέτοιο σχέδιο μέχρι την πραγματοποιησή του, το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι πως η πρόταση για την κατασκευή του έργου έχει κατατεθεί από κινεζική επίσης εταιρεία που έχει αρχίσει και προκαταρκτική μελέτη του έργου. Κάτι που ενδέχεται να σημαίνει κινεζική επενδυτική κίνηση και για τον λιμένα Θεσσαλονίκης.
Η πραγματοποίησή πάντως όλων αυτών των σχεδίων εξαρτάται από την οριστική από ελληνικής πλευράς θανάτωση του τέρατος της γραφειοκρατίας, στοιχείου που αποτελεί εμπόδιο και λαμβάνεται σοβαρά υπ’ όψιν από κινεζικής πλευράς.  
 Είναι εύκολα πραγματοποιήσιμα αυτά ; Μπορεί ναι μπορεί και όχι. Αξίζουν όμως μια προσεκτική εκτίμηση.  Μια σοβαρή προσπάθεια. Και, αναμφισβήτητα, αυτές είναι κινήσεις που πρέπει να κάνει επειγόντως η πολιτική μας ηγεσία. Η επίσημη επίσκεψη του Πρωθυπουργού στην Κίνα είναι μοναδική ευκαιρία για την δημιουργία σοβαρής στρατηγικής οικονομικής σύνδεσης των δύο χωρών. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: