Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επιτροπή-Οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επιτροπή-Οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Έτσι χρεοκόπησε ένας λαός για να σωθούν πέντε τράπεζες….

Λιγότερο από το 5% των δανείων, ύψους 220 δισεκατομμυρίων ευρώ, που δόθηκαν για τη σωτηρία της Ελλάδας στα πέντε πρώτα χρόνια των μνημονίων, κατέληξαν στον ελληνικό προϋπολογισμό, ενώ τα υπόλοιπα πήγαν στη διάσωση των ευρωπαϊκών τραπεζών, σύμφωνα με 24σέλιδη έρευνα της «Ευρωπαϊκής Σχολής Μάνατζμεντ και Τεχνολογίας» (ESMT) του Βερολίνου, η οποία δημοσιεύεται, κατ΄αποκλειστικότητα, από τη γερμανική οικονομική εφημερίδα Handelsblatt.
Οπως καταδεικνύει η έρευνα, το 95% των μνημονιακών δανείων διατέθηκαν για να σωθούν ευρωπαϊκές τράπεζες και μάλιστα σε βάρος του συνόλου. «Η έρευνα αποδεικνύει ότι η Ευρώπη και το ΔΝΤ έσωσαν τα περασμένα χρόνια κυρίως τις τράπεζες και άλλους ιδιώτες πιστωτές» προσθέτει η Handelsblatt.
«Με τα πακέτα βοήθειας σώθηκαν κυρίως ευρωπαϊκές τράπεζες» δηλώνει στην Handelsblatt ο διευθυντής της ESMT, Γιοργκ Ρόχολ, ο οποίος συμμετέχει και στο γνωμοδοτικό συμβούλιο του γερμανικού Υπουργείου Οικονομικών. Σύμφωνα με την έρευνα, 86,9 δισ. ευρώ πήγαν στην εξόφληση παλαιών χρεών, 52,3 δισ. για εξόφληση τόκων και 37,3 δισ. για την επανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών.
Η «Ευρωπαϊκή Σχολής Μάνατζμεντ και Τεχνολογίας» (ESMT) του Βερολίνου προσκομίζει για πρώτη φορά στην 24σέλιδη έρευνα ένα λεπτομερή υπολογισμό: Οι οικονομολόγοι της ανέλυσαν κάθε ένα δάνειο ξεχωριστά επί βδομάδες για να διαπιστώσουν που πήγαν τα λεφτά. Το

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015

Η τεχνόσφαιρα των εκβιαστών, η ελληνική δημοκρατία, ελευθερία και ασφάλεια

Του Παναγιώτη Ήφαιστου


Οι εκβιασμοί, οι απειλές και οι κάθε άλλου είδους θηριώδεις στάσεις μιας ανεξέλεγκτης τεχνόσφαιρας συνεχίζονται. Διαβάζουμε: «η ΕΚΤ αποδέχεται τα ελληνικά ομόλογα – παρά τη χαμηλή τους διαβάθμιση – ως εγγύηση για να αναχρηματοδοτήσει τις ελληνικές τράπεζες, επειδή η χώρα βρίσκεται σε πρόγραμμα». Αληθεύει. Σε κάθε περίπτωση είναι γνωστό ότι αληθεύει και μάλιστα πολλαπλασιαστικά. Γι’ αυτό ισχύουν τα εξής και οι Έλληνες ψηφοφόροι δεν θα πρέπει να δώσουν έστω και μια ψήφο σε άτομα που ζητούν να κυβερνήσουν και θα τηρήσουν χωρίς παρέκκλιση τα εξής αυτονόητα:

Πρώτον, όλα τα «κόμματα» που ζητούν την ψήφο να δηλώσουν ότι
  • α) ζητούν από την ελληνική κοινωνία για να διαφυλάξει την ελευθερία της, την δημοκρατία και την ασφάλεια του κράτους να καταναλώνουν όσο παράγουν (πολύ μικρότερο το τίμημα για τις έσχατες λογικές της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της ασφάλειας) και
  • β) θα συνεχίσουν «να έχουν πρόγραμμα» αλλά για τα μέλη της Ελληνικής κοινωνίας και όχι για καλλιέργεια τροφής των θηριωδών κερδοσκόπων που ελέγχουν πλέον αποφασιστικά το θολό βασίλειο των κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτων τεχνοκρατών (εκτός και εάν μας πει κάποιος ότι τους ελέγχει το … ευρωκοινοβούλιο οπότε θα χαχανίζει και η σοφή νοικοκυρά γειτόνισσα).

Δεύτερον, ως πλήρες μέλος της ΕΕ και της ΟΝΕ ζητά έκτακτο Συμβούλιο Αρχηγών για να οριστεί κοινής αποδοχής εντολοδόχος (των κρατών) ομάδα με πολιτική αρμοδιότητα να γίνει εξονυχιστικός έλεγχος, μεταξύ πολλών άλλων,
  • των ευθυνών για τον χρηματοοικονομικό εκτροχιασμό μετά το 1992,
  • τα φρικτά λάθη της οικονομικής και πολιτικής διακυβέρνησης έκτοτε αλλά κυρίως μετά το 2008
  • τους όρους ένταξης στην ΟΝΕ νέων μελών συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας
  • Κατά πόσο υπήρξαν πολιτικοοικονομικά ορθολογιστικές αποφάσεις όταν προχωρώντας και εμβαθύνοντας (κάτι που δημιουργεί

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Ο υπόγειος οικονομικός πόλεμος

Του Δρα Γιάννου Χαραλαμπίδη

ο ρούβλι σε ελεύθερη πτώση και η σημασία της ισχύος

Ποιες οι επιπτώσεις για την Κύπρο από τη διολίσθηση του ρωσικού νομίσματος, πώς κινδυνεύουν να ζημιωθούν οι ΗΠΑ και ποιο παιγνίδι παίζουν οι Σαουδάραβες κατά του Ιράν

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ της ρωσικής οικονομίας και το όφελος των Γερμανών


Το διεθνές σύστημα δεν πάσχει μόνο από καταστροφικές συγκρούσεις με τη χρήση όπλων, αλλά και από έναν πολύπλοκο οικονομικό πόλεμο. Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά γύρω μας, στη μεν Αθήνα ερίζουν για την εξουσία, στη δε Κύπρο η μακαριότητα συνεχίζεται…
Η χρήση όπλων στην Ουκρανία πυροδότησε μια οικονομική και εμπορική σύγκρουση μεταξύ της Μόσχας από τη μια και της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών από την άλλη. Στον οικονομικό αυτόν πόλεμο έχουν εμπλακεί εκ των πραγμάτων και άλλα κράτη, με αποτέλεσμα οι επιπτώσεις από την Ουκρανία και την πτώση της τιμής του πετρελαίου και του ρουβλίου να επηρεάζουν το διεθνές σύστημα. Προτού προχωρήσουμε στην ανάλυσή μας για τον οικονομικό πόλεμο και τις επιπτώσεις του, θα πρέπει να επισημάνουμε τα εξής:
1. Εάν η Ρωσία δεν είχε όπλα, δεν θα μπορούσε να προσαρτήσει ποτέ την Κριμαία.
2. Εάν οι ΗΠΑ δεν είχαν τη στρατιωτική ισχύ της πρώτης υπερδύναμης, η Μόσχα θα προχωρούσε και παρακάτω. Από την άλλη, εάν η Ρωσία δεν ήταν τόσο ισχυρή στρατιωτικά, τότε οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ θα την τιμωρούσαν παραδειγματικά.

Οι αιτίες της πτώσης του… πετρελαίου

Τώρα, γινόμαστε μάρτυρες ενός οικονομικού πολέμου, με επίκεντρο την ενέργεια. Η πτώση της τιμής του πετρελαίου και το εμπάργκο της Δύσης επί της Ρωσίας προκαλούν τριγμούς στο ρούβλι. Αυτό λέγεται και φαίνεται. Έτσι είναι τα πράγματα; Επηρεάζεται η Κύπρος; Τι συμπεράσματα και διδάγματα μπορούν να εξαχθούν; Γιατί και πώς το ρούβλι βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση;

Η πρώτη απάντηση, στα πιο πάνω ερωτήματα, γιατί το ρούβλι ακολουθεί ελεύθερη πτώση, το οποίο έχασε 50% περίπου της αξίας του, είναι αυτονόητη: Οφείλεται στην πτώση της τιμής του πετρελαίου κατά 50% περίπου.
Από 115 δολάρια το βαρέλι έχει πέσει ακόμη και στα 54 δολάρια. Και συμβαίνει αυτό διότι αφενός έχει αυξηθεί η παραγωγή περισσότερο απ' ό,τι έχει αυξηθεί η ζήτηση. Και όταν αφετέρου διαπιστώθηκε η αναντιστοιχία, δεν μειώθηκε η παραγωγή. Το 2014 η παγκόσμια παραγωγή ήταν 200 εκ. βαρέλια την ημέρα έναντι 94,2 εκ. βαρέλια το 2013. Η προσφορά αργού πετρελαίου ξεπερνούσε τη ζήτηση για τους

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2014

Στρατηγική επιλογή… μιλιταριστικός κεϋνσιανισμός

Η στρατιωτική εκβιομηχάνιση ως φάρμακο για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης. Σύντομη ιστορική αναδρομή.
Μετά και την πρόσφατη οικονομική κρίση ο ρόλος του κράτους επαναξιολογείται μέσα στη λειτουργία του οικονομικού συστήματος. Επανέρχεται το πρότυπο του κράτους επενδυτή και του κράτους που παρεμβαίνει θεσμικά για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών. Μέσα στα πλαίσια αυτά αξίζει να αξιολογηθεί και το δόγμα του λεγόμενου και ως Μιλιταριστικού Κεϋνσιανισμού (Military Keynesianism).
Ας δούμε όμως πρώτα ορισμένα ιστορικά στοιχεία.
Του Ανδρέα Αττάλογλου (υποψήφιος Διδάκτωρ Καινοτομίας)
Η οικονομική κρίση του 1929 δημιούργησε ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τις δυτικές οικονομίες. Οι λύσεις της κρίσης αναζητήθηκαν και βρέθηκαν στις σκέψεις του Κέυνς ο οποίος στο βιβλίο του με τίτλο «The End of Laissez Faire» (1926) είχε εκφράσει τη σκέψη του ότι έπρεπε τα κράτη να αναλάβουν ενεργό οικονομικό ρόλο ώστε να καλύψουν τις αδυναμίες του συστήματος της αγοράς. Οι απανωτές κρίσεις του χρηματοπιστωτικού συστήματος τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη, κατά τη δεκαετία 1920-1930, με το επακόλουθο οικονομικό κραχ του 1929 έφεραν στο προσκήνιο την ανάγκη για την αναθεώρηση των κυβερνητικών πολιτικών.
Η Αμερική βάσισε τις ελπίδες της στον φέρελπι απόφοιτο της νομικής του Χάρβαρντ Franklin Delano Roosvelt (1882 – 1945) που εκλέχθηκε το 1932 Πρόεδρος των ΗΠΑ. Ο Ρούσβελτ εφάρμοσε πρωτοποριακές πολιτικές σε όλους τους τομείς και εγκαινίασε μια νέα πολιτική συμφωνία που έμεινε γνωστή ως «New Deal» και στηριζόταν σε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα οικονομικών παρεμβάσεων και κοινωνικών παροχών. Η συνταγή φάνηκε να λειτουργεί με επιτυχία και σύντομα μια σειρά από κρατικές επενδύσεις λειτούργησαν σαν μοχλός ανάπτυξης τόσο για την Αμερικανική όσο και για την διεθνή και κυρίως Ευρωπαϊκή οικονομία . Βέβαια στην Ευρώπη η ανταπόκριση στα καινούργια οικονομικά δεδομένα δεν ήταν ομοιόμορφη.
Από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες η Γερμανία επηρεάσθηκε με τον πλέον

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

«Ασύμμετρος οικονομικός παγκόσμιος πόλεμος»

Γράφει ο Βασίλης Γιαννακόπουλος

Δεν θα παρεκκλίναμε ιδιαίτερα από την πραγματικότητα, αν διακινδυνεύαμε να χαρακτηρίσουμε τα όσα συμβαίνουν στην Ουκρανία ως «μια προσπάθεια διεξαγωγής ενός ασύμμετρου οικονομικού παγκόσμιου πολέμου», στον οποίο ενεργά έχουν εμπλακεί οι τρεις παγκόσμιες οικονομικές υπερδυνάμεις (Ρωσία, ΕΕ και ΗΠΑ). Από μια άλλη οπτική γωνία, θα μπορούσαμε να αποκωδικοποιήσουμε τις εξελίξεις ως ένα «στημένο οικονομικό παιχνίδι», που εκμεταλλεύεται την υφιστάμενη ουκρανική κρίση ταυτότητας.
Η γεωστρατηγική θέση της Ουκρανίας είναι ιδιαίτερα σημαντική σε οικονομικό επίπεδο και επίπεδο ασφάλειας για τη Ρωσία και την ΕΕ, τόσο λόγω του μεγέθους της (603,6 τετραγωνικά χιλιόμετρα) και του πληθυσμού της (45,5 εκατομμύρια), όσο και λόγω της θέσης της που συνιστά τον «ενεργειακό ομφάλιο λώρο» για τη μεταφορά των ρωσικών υδρογονανθράκων προς την ΕΕ.
Η Ουκρανία και η ρωσική εθνική ασφάλεια

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Νέα στοιχεία ΕΛ.ΣΤΑΤ. για τη μείωση στο εμπορικό έλλειμμα της χώρας


Μείωση 11% καταγράφηκε το 2013 στο εμπορικό έλλειμμα της χώρας (συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών), μετά τη μείωση κατά 2,1% τον περασμένο Δεκέμβριο.
 
Χαρακτηριστικό, όμως, είναι η μεγάλη πτώση των εξαγωγών τον Δεκέμβριο (κατά 14%), που είναι άκρως ενδεικτική της «κόπωσης» που έχει πλέον εμφανιστεί στις ελληνικές εξαγωγές.
 
Αυτό προκύπτει από τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για την πορεία των εμπορευματικών συναλλαγών, σύμφωνα με τα οποία:
 
-Η συνολική αξία των εισαγωγών- αφίξεων ανήλθε στο ποσό των 3.497,8 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο 2013, έναντι 3.870,2 εκατ. ευρώ τον ίδιο µήνα του 2012, παρουσιάζοντας μείωση 9,6% (χωρίς τα πετρελαιοειδή, παρουσίασε μείωση κατά 301,7 εκατ. ευρώ, ή 11,8%).
 
-Η συνολική αξία των εξαγωγών- αποστολών ανήλθε στο ποσό των 2.099,7 εκατ. ευρώ έναντι 2.441,6 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο 2012, παρουσιάζοντας μείωση 14% (χωρίς τα πετρελαιοειδή, παρουσίασε μείωση κατά 47,7 εκατ. ευρώ, ή 3,5%).
 
-Το έλλειµµα του εµπορικού ισοζυγίου ανήλθε σε 1.398,1 εκατ. ευρώ έναντι 1.428,6 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο πέρυσι, παρουσιάζοντας μείωση 2,1% (χωρίς τα πετρελαιοειδή, παρουσίασε μείωση κατά 254,0 εκατ. ευρώ, ή 21,5%).
 
-Η συνολική αξία των εισαγωγών- αφίξεων το χρονικό διάστηµα Ιανουαρίου- Δεκεμβρίου 2013, ανήλθε στο ποσό των 46.882,8 εκατ. ευρώ έναντι 49.314,6 εκατ. ευρώ (63.237,1 εκατ. δολάρια) το ίδιο διάστηµα του 2012, παρουσιάζοντας μείωση 4,9% (χωρίς τα πετρελαιοειδή, παρουσίασε μείωση κατά 1.516,8 εκατ. ευρώ, ή 4,8%).
 
-Η συνολική αξία των εξαγωγών- αποστολών ανήλθε στο ποσό των 27.541,3 εκατ. ευρώ έναντι 27.585,0 εκατ. ευρώ το δωδεκάμηνο του 2012, παρουσιάζοντας μείωση 0,2% (χωρίς τα πετρελαιοειδή, παρουσίασε μείωση κατά 368,6 εκατ. ευρώ, ή 2,1%).
 
-Το έλλειµµα του εµπορικού ισοζυγίου ανήλθε σε 19.341,5 εκατ. ευρώ έναντι 21.729,6 εκατ. ευρώ το δωδεκάμηνο πέρυσι, παρουσιάζοντας μείωση 11% (χωρίς τα πετρελαιοειδή, παρουσίασε μείωση κατά 1.148,2 εκατ. ευρώ, ή 8,1%).
 
Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Στο βωμό του Μαμμωνά

Του  ΚΩΣΤΑ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ
Στο Νταβός της Ελβετίας, κύριο θέμα στην ημερήσια διάταξη είναι οι αρνητικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία από την πρωτοφανή όξυνση της ανισότητος εισοδημάτων και πλούτου. Η Κριστίν Λαγκάρντ, διευθύντρια του ΔΝΤ, προειδοποιεί ότι η αυξανόμενη ανισότητα «δεν αποτελεί συνταγή για σταθερότητα και βιωσιμότητα της παγκόσμιας οικονομίας».
Το ζήτημα της ανισοκατανομής έχει τεθεί ήδη στο δημόσιο διάλογο της Αμερικής από τους νομπελίστες Πολ Κρούγκμαν και Τζόζεφ Στίγκλιτς, όπως και τον Ρόμπερτ Ράιχ, πρώην υπουργό Εργασίας του Κλίντον. Ωστόσο, ενώ στο Νταβός προσέρχονται ανησυχούντες κορυφαίοι οικονομολόγοι και πολιτικοί ηγέτες του κόσμου, η έκταση της ανισότητος δεν φαίνεται να προβληματίζει την ευρωπαϊκή πλευρά, η οποία παραμένει σχετικά αποστασιοποιημένη, άφωνη και ενοχλημένη.    
Οχι μόνον δεν συμμερίζεται την παγκόσμια ευαισθησία για την ανισοκατανομή, αλλά και δεν διστάζει να την αντιμετωπίζει θετικά τόσο από την ηθική και κοινωνική πλευρά όσο και από την οικονομική. Η Γερμανίδα καγκελάριος δίδει πρώτη τον τόνο, κηρύσσοντας «ηθικό, δίκαιο και οικονομικά αποτελεσματικό» ο πλούτος να συσσωρεύεται ως επιβράβευση σε όλο και λιγότερα χέρια, η φτώχεια σε όλο και περισσότερα. Ο σοσιαλιστής Γάλλος πρόεδρος προχώρησε προ ημερών στα λεγόμενα «οικονομικά της προσφοράς», δηλαδή σε μείζονες παραχωρήσεις κοινωνικού πλούτου υπέρ του κεφαλαίου, μειώσεις εργοδοτικών εισφορών και οικογενειακών επιδομάτων των εργαζομένων, με την υποθετική προσδοκία ότι έτσι επισπεύδεται η ανάκαμψη. Ομως, και από την Αριστερά της Αριστεράς η πόλωση στην κατανομή εισοδήματος και πλούτου δεν θεωρείται κατ’ ανάγκην ξεχωριστό πρόβλημα, αφού «έτσι είναι ο καπιταλισμός, έτσι πορεύεται και θα ήταν ουτοπική κάθε προσπάθεια μείωσης της ανισότητος στο πλαίσιό του».    
Σε βιβλίο που κυκλοφόρησε στη Γαλλία «Γιατί οι πλούσιοι έχουν νικήσει», με την υπογραφή του Ζαν Λουί Σερβάν Σρεμπέρ, διαπιστώνεται ότι στην εποχή μας οι εκατομμυριούχοι, αντί να εμπνέουν καχυποψία, γοητεύουν και συναρπάζουν, ιδίως νέους, ακόμη και ανέργους και αστέγους. Η εποχή μας, εν ελλείψει κοινωνικών και πολιτικών ιδανικών και άλλων θετικών υποδειγμάτων, που νοηματοδοτούν τις επιλογές μας, τονίζει ο συγγραφέας, αναδιπλώνεται στην παραδοσιακή λατρεία του πλούτου. Το συσσωρευμένο χρήμα ως οικουμενική αξία, ούτε καν ως μέσο προς ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών, αλλά ως αυτοσκοπός. Ωστόσο, με σημαία το αφηρημένο χρήμα, η γηραιά ήπειρος δεν παύει να βυθίζεται σε όλο και βαθύτερη κρίση, ενώ, παράλληλα, το ιδανικό της αντιμετωπίζεται ήδη ως εφιάλτης από τον υπόλοιπο κόσμο, ιδίως από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.    
Πρόσφατα, ο Λάρι Σάμερς, πρώην υπουργός Οικονομικών του Κλίντον και πρώην πρόεδρος του Χάρβαρντ, διεπίστωσε την εγκατάσταση του καπιταλιστικού συστήματος σε στάδιο «μακροχρόνιας στασιμότητος», με βασική αιτία για αυτό την όξυνση της εισοδηματικής ανισότητος. Στην εποχή μας η ανισότητα έχει εκτιναχθεί στα δυσλειτουργικά ύψη της δεκαετίας του 1920-1930, με συνέπεια τη «μεγάλη κρίση» τότε, τη «μεγάλη ύφεση» σήμερα. Σύμφωνα με την OXFAM, 1% της ανθρωπότητος διαθέτει σήμερα όσο το υπόλοιπο 99%. 85 δισεκατομμυριούχοι με συνολική περιουσία 1,7 τρισεκατομμύριο δολάρια οικειοποιούνται σήμερα τόσο εισόδημα όσο 50% του παγκόσμιου πληθυσμού.    
Σύμφωνα με αμερικανικές στατιστικές, 1% των πλουσιότερων Αμερικανών

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Οι ζάπλουτοι στο Νταβός θεωρούν ότι ξεπέρασαν την κρίση

Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΑΣΤΙΚ


Κλίμα άκρατης ικανοποίησης και αυτοπεποίθησης αποπνέει φέτος το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας. Οι ζάπλουτοι που συγκεντρώνονται εκεί εκτιμούν ότι ξεπέρασαν την κρίση και αυτοθαυμάζονται. Η κατάρρευση των τραπεζών αποφεύχθηκε με έξοδα που φόρτωσαν στα κράτη - δηλαδή στους φορολογούμενους ηλίθιους! Τα χρηματιστήρια καλπάζουν στις ΗΠΑ, τη Γερμανία, την Ιαπωνία. Η εξαθλίωση μιας σειράς χωρών του ευρωπαϊκού Νότου και της Ιρλανδίας δεν οδήγησε πουθενά σε βίαιες ανατροπές κυβερνήσεων - άρα τα «υποζύγια», οι λαοί τους, αντέχουν κι άλλα βάρη στη ράχη τους, εκτιμούν σωστά από τη σκοπιά τους οι πλούσιοι του Νταβός.
Αυτό το δικαιολογημένο -υπό το πρίσμα της εξυπηρέτησης των συμφερόντων τους- κλίμα αυταρέσκειας εκνεύρισε ακόμη και τη «Φράνκφουρτερ Αλγκεμάινε», τη συντηρητική εφημερίδα της γερμανικής επιχειρηματικής και δεξιάς πολιτικής ελίτ. «Το τοξικό κοκτέιλ του Νταβός» είναι ο τίτλος ενός σημαντικού άρθρου της, την παραμονή έναρξης του φετινού φόρουμ. «Φαίνεται ένα επικίνδυνο μείγμα. Οι πολιτικοί και οι πρόεδροι επιχειρήσεων που μαζεύονται στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός έχουν πολύ μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση από τα προηγούμενα χρόνια», γράφει ευθύς εξαρχής ο αρθρογράφος και συνεχίζει: «Η πολύ μεγαλύτερη δυσκολία είναι ότι οι μάζες των ανθρώπων δίχως άλλο δεν συμμερίζονται αυτή τη βεβαιότητα».
Μετά από μια ενδιαφέρουσα ανάλυση, η γερμανική εφημερίδα επιχειρεί να αφυπνίσει τους «αφέντες του κόσμου» που έχουν μαζευτεί φέτος στο θρυλικό πλέον ελβετικό χωριό χειμερινού τουρισμού: «Οταν οι άνθρωποι κοιτάζουν προς το Νταβός, βλέπουν τις ελίτ, οι οποίες πάρα πολύ συχνά δεν συμπεριφέρονται σωστά, να ταξιδεύουν εκεί για να κλείσουν δουλειές. Οποιος λοιπόν στο Νταβός πιστεύει ότι όλα είναι καλά πια, σφάλλει...
Αν αυτοί οι πρόεδροι επιχειρήσεων δεν καταφέρουν να πείσουν την κοινή γνώμη για την ακεραιότητά τους και για την κοινωνική και επιχειρηματική ευθύνη τους, βρίσκονται πριν από τη μεγαλύτερη πτώση τους - και μπορούν να πληροφορηθούν από τους τραπεζίτες πώς αισθάνεται κάποιος που υφίσταται τέτοια πτώση»! Εδώ που τα λέμε όμως ό,τι και να γράψουν οι εφημερίδες, πώς είναι δυνατόν να μετριάσουν οι ζάπλουτοι του Νταβός την αλαζονεία τους, η οποία εδράζεται στα αμύθητα πλούτη τους; Οταν μόλις 85 άνθρωποι, οι 85 πλουσιότεροι του πλανήτη, έχουν τόσα λεφτά όσα έχουν τα 3,5... δισεκατομμύρια (ναι, δισεκατομμύρια!) φτωχότεροι άνθρωποι της υφηλίου, τι να πει κανείς;
Κατά μέσο όρο δηλαδή ο καθένας από αυτούς τους 85 βαθύπλουτους έχει τόση περιουσία όση έχουν... 41 εκατομμύρια φτωχοί! Οταν το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού της Γης έχει περιουσία... 65 φορές μεγαλύτερη από όση κατέχει το φτωχότερο 50% του παγκόσμιου πληθυσμού, πραγματικά αισθάνεται κανείς δέος μπροστά στις αδιανόητες πλέον για άλλες εποχές ανισότητες στην κατανομή του πλούτου. Το 1971, όταν ξεκίνησε για πρώτη φορά το φόρουμ του Νταβός, οι μάνατζερ που συμμετείχαν στις εργασίες του κέρδιζαν κατά μέσο όρο περίπου 20 φορές περισσότερα από έναν τυπικό υπάλληλο, σύμφωνα με στοιχεία εκείνης της εποχής, όπως αναφέρουν οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης» σε άρθρο τους.
Σήμερα «κερδίζουν αρκετές εκατοντάδες (!) φορές περισσότερα» υπογραμμίζει η

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Ο κόσμος υποφέρει, το Χρηματιστήριο όμως απογειώθηκε

Του Γιώργου Δέλαστικ

Εκατομμύρια Ελληνες υφίστανται τα πάνδεινα, εκατοντάδες χιλιάδες καταστρέφονται, δεκάδες χιλιάδες αγωνίζονται ακόμη και για να βρουν ένα πιάτο φαΐ να φάνε, αλλά το Χρηματιστήριο Αθηνών... πετάει από επιτυχία σε επιτυχία. Σπάει το ένα «ρεκόρ» μετά το άλλο, στο πλαίσιο φυσικά της απόλυτης εξαθλίωσης του γενικού δείκτη του από τότε που η Ελλάδα μπήκε σε μνημονιακό καθεστώς.
Τα τελευταία δύο χρόνια όμως όσο περισσότερο υποβαθμίζεται το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων, τόσο περισσότερο αυξάνονται οι τιμές των μετοχών! Με μια εντυπωσιακότατη άνοδο του γενικού δείκτη κατά 33,4% έκλεισε το 2012, όταν μισθοί και συντάξεις κατέρρεαν - από τις 680 μονάδες εκτινάχθηκε στις 908. Εντελώς αλλόκοτη η συμπεριφορά του ΧΑΑ κατά το 2013. Ενα εφιαλτικό πρώτο εξάμηνο συνεχούς πτώσης με επιστροφή της τιμής πολλών μετοχών στα προ... 25ετίας επίπεδα! Στις 15 Ιουλίου 2013 το Χρηματιστήριο βούλιαξε στο ναδίρ έτους, έχοντας χάσει 120 μονάδες από το κλείσιμο του 2012 πέφτοντας στις 789 μονάδες. Ξαφνικά, θαύμα! Ασυγκράτητη άνοδος!
Οι τιμές των μετοχών άρχισαν να ανεβαίνουν λες και οι επενδυτές έπαθαν παράκρουση! Στις 3 Δεκεμβρίου 2013 ο γενικός δείκτης σημείωσε ρεκόρ έτους, έχοντας αναρριχηθεί στις 1.232 μονάδες! Τελικά έκλεισε στις 1.163 μονάδες, αυξημένος κατά 27,5% έναντι της αρχής του χρόνου, σημειώνοντας αύξηση σχεδόν 50% από τις 15 Ιουλίου ως το τέλος Δεκεμβρίου, μέσα σε λιγότερο από ένα εξάμηνο. Η Ελλάδα μπορεί να ψωμολυσσάει, αλλά το Χρηματιστήριο της Αθήνας βγήκε το 2013 σε ποσοστό αύξησης... τρίτο στον ανεπτυγμένο κόσμο! Μόνο το Τόκιο των πλούσιων Γιαπωνέζων, το οποίο παρουσίασε τη μεγαλύτερη αύξησή του εδώ και 40 (!) χρόνια απογειωνόμενο κατά 56,72%, αλλά και το Δουβλίνο των μπατίρηδων Ιρλανδών με άνοδο 33,6% ξεπέρασαν την Αθήνα.
Ο δείκτης Dow Jones της Νέας Υόρκης με αύξηση ετήσια για το 2013 ύψους 26,5%, ο δείκτης DAX της Φρανκφούρτης με αύξηση 25,5%, ο δείκτης FTSE 100 του Λονδίνου με 14,4% ή ο δείκτης CAC 40 του Παρισιού με άνοδο 18%... «έφαγαν τη σκόνη» του Χρηματιστηρίου Αθηνών! Για να μην πούμε δηλαδή για το πώς το ΧΑΑ... «ξέσκισε» την Κίνα, καθώς το χρηματιστήριο της Σανγκάης το 2013 σημείωσε πτώση 6,75%! Εντάξει, υπάρχουν και τα χρηματιστήρια κάποιων τριτοκοσμικών χωρών, όπως της Βενεζουέλας που μετά τον θάνατο του Ούγο Τσάβες προσδοκά η οικονομική ελίτ της χώρας να πάρει την εκδίκησή της, όπου το 2013 το χρηματιστήριο του Καράκας σημείωσε απίστευτη εκτόξευση κατά... 474% (!!!) ή το Ντουμπάι των σεΐχηδων με τα πετρέλαια που το χρηματιστήριό του αυξήθηκε πέρυσι κατά 100%, αλλά εμείς μιλάμε μόνο για σοβαρά κράτη όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, η Γερμανία, η Κίνα, η Αγγλία, η Ελλάδα και παρόμοιου επιπέδου!
Η αλήθεια βέβαια είναι ότι αν αναζητήσει κανείς τις αιτίες αυτής της παράδοξης ανόδου -και λέμε παράδοξης επειδή όπως και να το κάνουμε δεν είναι και τόσο φυσιολογικό να καταρρέει η οικονομία μιας χώρας και την ίδια στιγμή να αυξάνονται θεαματικά οι τιμές των μετοχών των επιχειρήσεων που συρρικνώνεται ο κύκλος εργασιών τους- θα διαπιστώσει τουλάχιστον δυο πράγματα. Πρώτον, μια εξαιρετικά βίαιη διακύμανση των μετοχών. Υπάρχουν μετοχές που η τιμή τους μέσα στο 2013 αυξήθηκε από το

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Η οικονομία παραμένει στα χέρια συμμοριών

Του Γιώργου Κράλογλου

Η κλοπή του κρατικού κορβανά από τον Λιάπη, οι αποκαλύψεις Κάντα για το πώς δουλεύουν οι «οικογένειες» με τους πολιτικούς και οι αποδείξεις Τομπούλογλου για το δούλεμα των Ελλήνων ιθαγενών από απατεώνες κομματικούς και πολιτευτές είναι μόνο η θεατή πλευρά παράδοσης της οικονομίας σε συμμορίες. Η αθέατη είναι η αγωνία των συμμοριών να σκοτεινιάσουν την θεατή πλευρά...
Γιατί η εστία του προβλήματος μας, ως κοινωνία και ως χώρα, δεν είναι ασφαλώς η (αυτονόητη και στην Ζιμπάμπουε) τιμωρία των απατεώνων της διαπλοκής αλλά ο μηχανισμός που παράγει τους αγύρτες πολιτευτές και την διαπλοκή.

Τα φαινόμενα όμως θα καταδικαστούν απλώς ως «μεμονωμένες περιπτώσεις»... με τις οποίες θα ασχοληθεί η δικαιοσύνη.

Και επειδή οτιδήποτε άλλο, στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται, τσουβάλιασμα... αποκλείεται κάθε ενδεχόμενο να δούμε ξήλωμα (γνωστών στους πάντες) μηχανισμών διαπλοκής, νταβατζήδων, μονίμων κρατικοδίαιτων, ύποπτων και ανίκανων συμβούλων, πολιτευτών και κομματικών φίλων καθώς ο στρατός αυτός «υπηρετεί» πιστά μεν αλλά «με κανόνες».

Πρόκειται για το στρατό που κρύβεται στην αθέατη πλευρά των γεγονότων και συνθέτουν πολιτευτές τύπου Τομπούλογλου οι οποίοι μαθήτευσαν και στον συνδικαλισμό και στην αφισοκόλληση για να κατέχουν σήμερα θέσεις σε κρατικές επιχειρήσεις που ελέγχουν ακόμη το 70% της οικονομίας στον χώρο της κρατικής υγείας, της ενέργειας, της παραγωγής, των υπηρεσιών, των μεταφορών, των προμηθειών και της διαχείρισης της κρατικής περιουσίας.

Είναι  εκατοντάδες αποτυχημένοι πολιτευτές, καθηγητές, σύμβουλοι και κομματικοί που δεν είναι σε θέση να κάνουν ούτε δουλειά προσωπάρχη του Οργανισμού ή της κρατικής Εταιρείας. Κάποιοι Τομπούλογλου του Νοσοκομείου Παίδων που ασφαλώς και θα λειτουργούσε καλύτερα ακόμη και με τον βοηθό του λογιστηρίου του Νοσοκομείου.

Αναρωτηθήκατε τι δουλειά έχουν οι κομματικοί στις Διοικήσεις κρατικών επιχειρήσεων, από την μικρότερη μέχρι τους κρατικούς Ομίλους, που μπορούν να διοικηθούν ανετότατα με ιεραρχία από το μόνιμο προσωπικό καριέρας που διαθέτουν;

Η απάντηση περιέχεται μόνο στην σκοπιμότητα του συστήματος των τοποθετήσεων των κομματικών κομισάριων και των φαλαγγών του κόμματος.

Μια κομματική φάλαγγα που έχει εισχωρήσει στο σύστημα είναι οι πανεπιστημιακοί εκείνοι που έχουν εγκαταλείψει (επί της ουσίας) τις έδρες τους και έχουν βολευτεί στις Διοικήσεις ΔΕΚΟ, ασήμαντων Οργανισμών, κρατικών Εταιριών αλλά και στα Δ.Σ. ιδιωτικών εταιρειών. Ορισμένοι μάλιστα εκ των τοποθετημένων σε ιδιωτικούς ομίλους έχουν ως έργο την εργασιακή ειρήνη με το εργατικό σωματείο του ομίλου λόγω κομματικής συγγένειας...

Η συγκεκριμένη κομματική φάλαγγα θα αυξηθεί τα επόμενα χρόνια καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ θα χρησιμοποιήσει πανεπιστημιακούς ως «εγγύηση» για την οικονομία και την οικονομική πολιτική. 

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Ολιβερ Τουίστ στον 21ο αιώνα

Του  ΚΩΣΤΑ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ

Σε πρόσφατη ανταπόκριση από την Αθήνα, οι «Τάιμς Νέας Υόρκης» συγκρίνουν τα φετινά Χριστούγεννα στη χώρα μας μ’ εκείνα που απαθανάτισε ο Κάρολος Ντίκενς (1812-1870) για το Λονδίνο του 1839. Οπως φαίνεται, οι σπαρακτικές εικόνες του Ολιβερ Τουίστ και του Εμπενίζερ Σκρουτζ δεν ανήκουν μόνον στο εφιαλτικό παρελθόν, αλλά επίσης -και όχι λιγότερο- στη «νέα εποχή», που σήμερα στήνεται, με τη χώρα μας ως «πειραματόζωο».
Τι κοινό υπάρχει ανάμεσα στη «νοσηρή περίοδο» του 19ου αιώνα και στην «εξυγίανση», που υποτίθεται ότι σήμερα επιχειρείται; Οπωσδήποτε, η εκτεταμένη κοινωνική φτώχεια και εξαθλίωση αφ’ ενός, με την πρωτοφανή συσσώρευση μεγάλου πλούτου αφ’ ετέρου. Στη Βρετανία του 1840, οι νεόπλουτοι από τους ναπολεόντειους πολέμους συσσωρεύουν αρπακτικά το χρήμα, περιθωριοποιώντας τούς κοινωνικά αδύναμους, με τη «βιομηχανική επανάσταση», τη μαζική φτωχοποίηση και τη χρηματιστηριακή αποθέωση, με στόχο την αποκατάσταση του «κανόνος χρυσού» (1844).
Στο πλαίσιο του «ισχυρού νομίσματος», όπως έχει δείξει ο Αμερικανός Barry Eichengreen από το Μπέρκλεϊ, δεν υπάρχει θέση για εργατικά σωματεία και απεργίες, ούτε για Δημοκρατία και πολιτικά κόμματα ούτε βέβαια για ελευθερία έκφρασης και Τύπου. Το κόστος προσαρμογής κάθε οικονομίας επιρρίπτεται συστηματικά προς τα κάτω, στον κόσμο της εργασίας, πράγμα που σήμερα ονομάζεται «εσωτερική υποτίμηση».
Θριαμβεύει ο τοκογλύφος Εμπενίζερ Σκρουτζ, για τον οποίο ακόμη και τα Χριστούγεννα είναι «περιττή εορτή», καθ’ ότι συνεπάγεται «αδικαιολόγητες» δαπάνες, χωρίς κανένα έσοδο. Εάν ο φιλάργυρος κερδίζει τον οίκτο και την αποστροφή της Ιστορίας για την τάξη του και τη θλιβερή εποχή του, το θύμα του κατακτά τη συμπάθεια της ανθρωπότητος για την αιωνιότητα. Οσοι σήμερα θυμούνται τον Ντίκενς, ας έχουν υπόψη τους την αξιολόγηση από τον Μπέρναρντ Σο (1814-1885): «Ο Μαρξ και ο Ντίκενς αντίκρισαν τη φτώχεια και την κοινωνική αδικία. Ο πρώτος στράφηκε προς την επανάσταση, ενώ ο δεύτερος δεν είχε την παραμικρή ιδέα γι’ αυτό».
Επειτα από δύο αιώνες, οι συγκρίσεις είναι εύλογες: σύμφωνα με τη Morgan Stanley Capital Investment (MSCI), η Ελλάδα καταγράφει για το 2013 την υψηλότερη δολαριακή απόδοση στην παγκόσμια αγορά μετοχών, άνω του 45%. Παράλληλα, κατά το αυτό έτος, η χώρα μας καταγράφει επίσης τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική καταστροφή όχι μόνο στο χώρο της Ευρωζώνης, αλλά και παγκοσμίως. Οι επιδόσεις της φτώχειας και της ανεργίας υπερβαίνουν και την πιο τολμηρή φαντασία, με συνέπεια η χώρα μας να καταγράφεται επίσης πρώτη στα πρόθυρα κοινωνικής εξέγερσης και ανατροπής.
Σε πρόσφατη ομιλία προς το αμερικανικό έθνος (4 Δεκεμβρίου 2013) ο πρόεδρος

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

« Η χρεωμένη Ευρώπη αναπαράγει τα δικά μας λάθη »

Ο Ραφαήλ Κορέα, πρόεδρος του Ισημερινού


Correa Rafael , [Βασιλοπούλου Κορίνα (μτφ)]  Le Monde Diplomatique

Σε μια διάλεξή του στη Σορβόνη, στις 6 του περασμένου Νοεμβρίου, ο πρόεδρος του Εκουαδόρ, Ραφαέλ Κορέα, εγκάλεσε τους Eυρωπαίους ομολόγους του ως προς τον τρόπο που χειρίζονται την κρίση χρέους. Αυτός, όπως πιστεύει, χαρακτηρίζεται από μία και μοναδική εμμονή : να εξασφαλιστούν τα συμφέροντα των τραπεζών. Εδώ μας δίνει μια αναλυτική προσέγγιση του σκεπτικού του.

Εμείς οι Λατινοαμερικάνοι είμαστε ειδικοί στις κρίσεις. Όχι γιατί ίσως είμαστε πιο έξυπνοι από τους άλλους, αλλά γιατί τις έχουμε ζήσει όλες. Ο τρόπος που τις χειριστήκαμε μάλιστα ήταν τραγικός, διότι είχαμε μία και μόνη προτεραιότητα : να διασφαλίσουμε τα δικαιώματα του κεφαλαίου, έστω κι αν αυτό σήμαινε ότι η περιοχή θα βυθιζόταν σε μια μακροχρόνια κρίση χρέους. Σήμερα, παρατηρούμε με ανησυχία την Ευρώπη να ακολουθεί με τη σειρά της τον ίδιο δρόμο.

Τη δεκαετία του 1970, οι χώρες της Λατινικής Αμερικής μπήκαν σε μια κατάσταση εντατικής εξωτερικής χρέωσης. Η επίσημη ιστορία δηλώνει ότι η κατάσταση αυτή προέκυψε από τις πολιτικές « ανεύθυνων » κυβερνήσεων και τις συσσωρευμένες ανισότητες του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης που υιοθετήθηκε στην ήπειρο μετά τον πόλεμο : τη δημιουργία, δηλαδή, μιας βιομηχανίας ικανής να παράγει τοπικά τα προϊόντα που εισάγονταν ή, άλλως, την « εκβιομηχάνιση δια της υποκατάστασης των εισαγωγών ».

Αυτή η εντατική χρέωση στην πράξη προωθήθηκε –και μάλιστα επιβλήθηκε– από τους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς. Η υποτιθέμενη λογική τους υπαγόρευε ότι, χάρη στη χρηματοδότηση προγραμμάτων υψηλής αποδοτικότητας, τα οποία αφθονούσαν εκείνη την εποχή στις χώρες του τρίτου κόσμου, θα φτάναμε στην ανάπτυξη, ενώ τα κέρδη από αυτές τις επενδύσεις θα επέτρεπαν την αποπληρωμή του συσσωρευμένου χρέους.

Αυτό διήρκησε ώς τις 13 Αυγούστου του 1982, όταν το Μεξικό κήρυξε αδυναμία αποπληρωμής του χρέους. Από τότε, ολόκληρη η Λατινική Αμερική αναγκάστηκε να υποστεί τη διακοπή στην παροχή δανείων από το εξωτερικό, παράλληλα με την απότομη αύξηση των επιτοκίων του χρέους τους. Δάνεια τα οποία είχαν συναφθεί με κυμαινόμενα επιτόκια της τάξης του 4% με 6%, έφτασαν ξαφνικά στο 20%. Ο Μαρκ Τουέιν έλεγε : « Ο τραπεζίτης είναι κάποιος που σας δανείζει ομπρέλα όταν έχει λιακάδα και σας την ξαναπαίρνει μόλις αρχίσει να βρέχει… ».

Έτσι ξεκίνησε η δική μας « κρίση χρέους ». Τη δεκαετία του 1980, η Λατινική Αμερική πραγματοποίησε καθαρή μεταφορά πόρων προς τους πιστωτές της αξίας 195 δισ. δολαρίων (η σημερινή τους αξία ανέρχεται περίπου στα 554 δισ. δολάρια). Την ίδια εποχή, το εξωτερικό χρέος της περιοχής σκαρφάλωνε από τα 223 δισ. δολάρια το 1980, στα… 443 δισ. δολάρια το 1991 ! Κι αυτό όχι εξαιτίας νέων δανείων, αλλά λόγω της επαναχρηματοδότησης και της συσσώρευσης τόκων.

Στην πράξη, η Νότια Αμερική είδε τη δεκαετία του 1980 να κλείνει με τα ίδια επίπεδα κατά κεφαλήν εισοδήματος των μέσων της δεκαετίας του 1970. Κάνουν λόγο για μια « χαμένη δεκαετία για την ανάπτυξη ». Στην πραγματικότητα, αυτό που χάθηκε ήταν μια ολόκληρη γενιά.

Παρόλο που υπήρχε κοινό μερίδιο ευθύνης, οι κυρίαρχες χώρες, οι διεθνείς γραφειοκρατικοί οργανισμοί, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα και η Παναμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης (BID), καθώς φυσικά και οι διεθνείς ιδιωτικές τράπεζες απέδωσαν συνοπτικά τις δυσκολίες στην υπερχρέωση των κρατών (overborrowing). Δεν ανέλαβαν ποτέ την ευθύνη για το ρόλο που οι ίδιες διαδραμάτισαν στην ανεύθυνη παροχή δανείων(overlending), την άλλη όψη του προβλήματος.

Οι σοβαρές δημοσιονομικές κρίσεις και οι κρίσεις υπερσυσσώρευσης εξωτερικού χρέους που προκλήθηκαν από την καθαρή μεταφορά πόρων της Λατινικής Αμερικής προς τους πιστωτές της, οδήγησαν αρκετές χώρες της περιοχής να συντάξουν « επιστολές προθέσεως » τις οποίες υπαγόρευε το ΔΝΤ. Αυτές οι δεσμευτικές συμφωνίες επέτρεπαν τη λήψη δανείων από τον οργανισμό, καθώς και την εγγύησή του στην επαναδιαπραγμάτευση των διμερών χρεών που είχαν συναφθεί με τις πιστώτριες χώρες, όλες μέλη του Κλαμπ των Παρισίων.

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Αυξάνονται ραγδαία οι επιχειρήσεις με χρέη στην Εφορία

Του Γιώργου Δέλαστικ

Τρόμο για την κατάσταση των επιχειρήσεων στην Ελλάδα προκαλούν τα στοιχεία. Στις 31 Αυγούστου 2013 οι επιχειρήσεις με ληξιπρόθεσμα χρέη προς την Εφορία ανέρχονταν σε 182.785, βάσει στοιχείων που δημοσιοποίησε το υπουργείο Οικονομικών. Εναν -κυριολεκτικά έναν!- μήνα αργότερα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2013, οι επιχειρήσεις που δεν είχαν ανταποκριθεί στις φορολογικές τους υποχρεώσεις είχαν... τριπλασιαστεί! Οσο απίστευτο και αν ακούγεται, ο αριθμός των επιχειρήσεων με ληξιπρόθεσμα χρέη προς την Εφορία είχε εκτοξευτεί στις... 526.477! Μέσα σε έναν μήνα δηλαδή 343.692 επιχειρήσεις επιπλέον των προηγουμένων πέρασαν στην κατηγορία αυτών με ληξιπρόθεσμες οφειλές στην Εφορία. Μετά την εξέλιξη αυτή, το συνολικό ποσό που οφείλουν αυτό το μισό εκατομμύριο επιχειρήσεις στο Δημόσιο ανήλθε στο αστρονομικό ύψος των 39,3 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Ελάχιστο τμήμα του τεράστιου αυτού ποσού έχει υπαχθεί σε ρυθμίσεις αποπληρωμής με δόσεις. Μόλις... 0,6 δισεκατομμύρια ευρώ, για την ακρίβεια 647,69 εκατομμύρια ευρώ! Ούτε το... 1,7%!!! Τραγικό ποσοστό, που όσο και αν οφείλεται εν μέρει στην προσπάθεια επιτήδειων επιχειρηματιών να εκμεταλλευθούν την κατάσταση και να μην πληρώνουν έγκαιρα τους φόρους τους παρόλο που έχουν τα χρήματα, τα προαναφερθέντα στοιχεία αντανακλούν πρωτίστως την προϊούσα κατάρρευση των επιχειρήσεων που τις οδηγεί σε αδυναμία εκπλήρωσης ακόμη και των φορολογικών τους υποχρεώσεων.
Αν στα 39,3 δισεκατομμύρια που χρωστούν στο Δημόσιο οι επιχειρήσεις προστεθούν τα 22,6 δισ. ευρώ που χρωστούν στην Εφορία 2.594.336 φυσικά πρόσωπα, βλέπουμε ότι νομικά και φυσικά πρόσωπα χρωστούν στην Εφορία 61,9 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυξάνονται ασταμάτητα δηλαδή τα χρέη των Ελλήνων προς την Εφορία, καθώς το φορολογικό "γδάρσιμό" τους υπερβαίνει, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, τη φοροδοτική τους ικανότητα. Πολύ χαρακτηριστικό στοιχείο που ενισχύει την άποψη αυτή είναι ότι οι φορολογούμενοι δεν πληρώνουν τα χρέη τους προς την Εφορία ακόμη και όταν τους υποχρεώνουν αποφάσεις δικαστηρίων!
Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών για το εννιάμηνο Γενάρης - Σεπτέμβρης 2013, από τις αποφάσεις των δικαστηρίων θα έπρεπε να είχε εισπραχθεί το ποσόν των 16,48 δισ. ευρώ επί συνολικού ποσού οφειλών ύψους 17,37 δισεκατομμυρίων ευρώ. Αντί για το ποσό αυτό όμως είχαν εισπραχθεί μόνο 0,89 δισεκατομμύρια - μόλις το 5,1%. Οταν εισπράττεται μόνο το ένα εικοστό των οφειλών προς την Εφορία που έχουν επιδικαστεί με αποφάσεις δικαστηρίων, το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή.
Οταν δηλαδή παραμένει ανείσπρακτο το 95% (!) των χρεών προς την Εφορία που έχουν προκύψει από δικαστικές αποφάσεις, είναι δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι οι καταδικασθέντες έχουν μεγάλο μέρος από τα 16,48 δισεκατομμύρια ευρώ και απλώς δεν τα πληρώνουν, με κίνδυνο να κατασχεθούν περιουσιακά τους στοιχεία ή να πάνε φυλακή. Η εξήγηση ότι δεν έχουν να πληρώσουν είναι σαφώς πιο λογική, χωρίς φυσικά να απουσιάζουν και οι απατεώνες. Η άγρια φοροεπιδρομή της κυβέρνησης, πάντως, οδηγεί όλο και περισσότερους επιχειρηματίες και εύπορους ιδιώτες να προσφεύγουν στα διοικητικά δικαστήρια για τις φορολογικές τους υποθέσεις, ελπίζοντας έτσι να κερδίσουν τουλάχιστον μερικά χρόνια μέχρι να τελεσιδικήσουν στον ανώτερο ή ανώτατο βαθμό. Η τάση αυτή αποτυπώνεται σε στοιχεία που ανακοίνωσε το υπουργείο Οικονομικών, σύμφωνα με τα οποία στις 30 Σεπτεμβρίου 2013 βρίσκονταν σε δικαστική εκκρεμότητα 111.151 φορολογικές υποθέσεις.
Από αυτές οι 100.188 βρίσκονταν στα Πρωτοδικεία, οι 9.700 στα Εφετεία και οι 1.263 στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Οι δικαστικές προσφυγές των φορολογουμένων αναμένεται να αυξηθούν κατακόρυφα ως αποτέλεσμα του συνδυασμού δύο παραγόντων: αφενός της απόλυτης ανάγκης πολλών φορολογουμένων να κερδίσουν χρόνο πριν επιχειρήσουν να πληρώσουν τους υπέρογκους φόρους και αφετέρου της ελπίδας μεγάλου μέρους τους ότι η απομάκρυνση από την εξουσία της κυβέρνησης Σαμαρά - Βενιζέλου θα συνοδευτεί και από χαλάρωση της δυσβάστακτης υπερφορολόγησης, που στραγγαλίζει οικονομικά τόσο τους πολίτες όσο και τις επιχειρήσεις της χώρας μας. Το τι θα γίνει βέβαια στην πράξη, θα το δούμε.

www.ethnos.gr

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Η επόμενη οικονομική φούσκα Η επερχόμενη μανία για την «πράσινη» τεχνολογία - Και γιατί είναι κάτι καλό

William H. Janeway

Η κεντρική δυναμική είναι πάντα η ίδια: η τιμή ενός χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου δεν σχετίζεται πια με την πραγματική αξία του οικονομικού περιουσιακού στοιχείου που αντιπροσωπεύει. Έτσι, η τιμή των dotcom μετοχών κατά την περίοδο 1998-2000 έχασε κάθε σχέση με τις χρηματικές ροές – παροντικές ή μελλοντικές – των νέων εταιριών που προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν την εμπορική υπόσχεση του Διαδικτύου. Οι κερδοσκόποι του χρηματοοικονομικού τομέα μπορούν να επωφεληθούν, ακόμα κι αν αποτύχει το έργο που έχουν χρηματοδοτήσει.
Οι οικονομικές φούσκες υπήρξαν επίσης αναγκαίες. Πότε-πότε, το αντικείμενο της κερδοσκοπίας έχει να κάνει με μια από τις θεμελιώδεις τεχνολογικές καινοτομίες - διώρυγες, σιδηρόδρομοι, ηλεκτροδότηση, αυτοκίνητα, αεροπλοΐα, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, διαδίκτυο - που τελικά μεταλλάσσουν την οικονομία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι προοπτικές βραχυπρόθεσμου οικονομικού κέρδους από την επένδυση στη φούσκα κινητοποιεί πολύ περισσότερα επενδυτικά κεφάλαια, τα οποία σε άλλη περίπτωση οι συνετοί επαγγελματίες επενδυτές θα διένεμαν σε μικρές δόσεις. Επιπλέον, η ίδια η δυναμική τής φούσκας αναγκάζει τους προσεκτικούς επενδυτές να ενταχθούν στην αγέλη μήπως μια σχετική υπο-απόδοση τους αφήσει χωρίς επενδυτικά κεφάλαια: ο Warren Buffet, ο οποίος απέφυγε με επιτυχία τη μεγάλη φούσκα των εταιριών dotcom/τηλεπικοινωνίας της περιόδου 1998-2000, είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Οι οικονομικές φούσκες, όπως όλοι γνωρίζουν, επίσης αναπόφευκτα σκάνε. Και οι συνέπειες μπορεί να είναι σοβαρές ή παροδικές. Όταν η κερδοσκοπία μολύνει το πιστωτικό σύστημα που τροφοδοτεί το σύνολο της οικονομίας - και ειδικά όταν το αντικείμενό της δεν προσφέρει καμία προοπτική αύξησης της παραγωγικότητας της οικονομίας - οι συνέπειες της κατάρρευσης γίνονται αισθητές ως επί το πλείστον σε σύντομο χρονικό διάστημα και είναι αναμφίβολα αρνητικές, ίσως ακόμη και καταστροφικές.
Αλλά όταν η ζημία της κερδοσκοπίας περιορίζεται στην αγορά των μετοχών και των χρεογράφων, οι αρνητικές οικονομικές συνέπειες της φούσκας που σκάει μπορεί να είναι περιορισμένες. Εξάλλου, όταν το αντικείμενο της κερδοσκοπίας είναι μια μετασχηματιστική τεχνολογία, μια νέα οικονομία μπορεί να αναδυθεί από τα συντρίμμια . Αυτός είναι ο λόγος, για παράδειγμα, που οι συνέπειες της τεχνολογικής φούσκας το 2001 ήταν ριζικά διαφορετικές από αυτές της στεγαστικής φούσκας το 2008.
ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ
Τι μπορούμε λοιπόν να μάθουμε από τις παραγωγικές φούσκες και την ιστορία τους που θα μπορούσε να μας βοηθήσει να προβλέψουμε πού και πώς (αν όχι πότε) ενδέχεται να προκύψει η επόμενη; Εδώ, η κατανόηση του ρόλου τού κράτους είναι από μόνη της σημαντική.
Οι παραγωγικές φούσκες ακολουθούν γενικά τις κρατικές επενδύσεις – αυτή την άλλη πηγή χρηματοδοτικής στήριξης έργων αβέβαιης οικονομικής αξίας. Για παράδειγμα, τα ομόλογα που χρηματοδότησαν την κατασκευή του Καναλιού Erie, στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, ήταν εγγυημένα από την Πολιτεία της Νέας Υόρκης. Στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επιδοτούσε τις κατασκευές σιδηροδρόμων μέσα από μαζικές επιδοτήσεις δημόσιας γης. Στην αρχή του εικοστού αιώνα, η κυβέρνηση χορήγησε στην AT & T το μονοπώλιο της υπεραστικής τηλεφωνίας με αντάλλαγμα την παροχή υπηρεσιών σε όλη την επικράτεια, κάτι που βοήθησε να γίνει η φωνητική επικοινωνία πανταχού παρούσα. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς απογειωνόταν η φοβερή δεκαετία του ‘20, το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ και το Υπουργείο Εμπορίου τού Herbert Hoover χρηματοδότησαν τη δημιουργία του RCA που θα εκμεταλλευόταν όλες τις αμερικανικές πατέντες για τις ασύρματες επικοινωνίες, εγκαινιάζοντας έτσι τις ραδιοφωνικές εκπομπές. Επιπλέον, ήταν τα κράτη που έκαναν δυνατή την ηλεκτροδότηση: το καθεστώς των περιφερειακών μονοπωλίων και οι ρυθμίσεις των τιμών επέτρεψαν μαζικές επενδύσεις σε δαπανηρές υποδομές. Αυτό το μοτίβο συνεχίστηκε μέχρι σήμερα. Από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι άνευ προηγουμένου δημόσιες επενδύσεις στον τομέα τής επιστήμης έχουν δημιουργήσει τις βάσεις επί των οποίων έχουν στήσει χορό επιχειρηματίες και επενδυτές επιχειρηματικών κεφαλαίων.
Μετά από κάθε μια από αυτές τις επενδυτικές εκρήξεις, ακολούθησε μια χρεοκοπία. Κατά τη διάρκεια του 1880, χτίστηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες 75 χιλιάδες μίλια σιδηροδρόμων. Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ετών μετά το κραχ τού 1893, περισσότερο από το ήμισυ του εν λόγω δικτύου ήταν σε κατάσταση πτώχευσης, αλλά κανείς δεν ξήλωσε τις ράγες. Ακόμη και μετά το κραχ του 1929 και τη συνακόλουθη Μεγάλη Ύφεση δεν σταμάτησε η ηλεκτροδότηση της αμερικανικής οικονομίας. Και μετά την έκρηξη της dotcom/τηλεπικοινωνιακής φούσκας το 2001, οι «σκοτεινές ίνες» που είχαν πρόωρα εφαρμοστεί (στμ: ως σκοτεινή ίνα νοείται μια κανονική οπτική ίνα που παραμένει αχρησιμοποίητη), έφθασαν να χρησιμοποιούνται πλήρως και στη συνέχεια ακόμη περισσότερο.
Οι κυβερνητικές παρεμβάσεις στην οικονομία τής αγοράς δεν βασίζονται σε καθαρά οικονομικούς υπολογισμούς. Κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολούθησαν μερκαντιλιστικές πολιτικές προστασίας και επιδοτήσεων για την εγχώρια βιομηχανία, όπως όλες οι χώρες που προσπαθούσαν να προλάβουν τους άλλους σε ανάπτυξη. Η πρωταρχική αποστολή ήταν η οικονομική ολοκλήρωση και η ανάπτυξη από τη μια ακτή στην άλλη: τα κανάλια και οι αυτοκινητόδρομοι, οι σιδηρόδρομοι και οι τηλεφωνικές γραμμές χτίστηκαν στο όνομα του «manifest destiny» (στμ: της ιδέας των αποίκων του 19ου αιώνα ότι θα επεκταθούν από τη μια άκρη της Αμερικής ως την άλλη).
Στον εικοστό αιώνα, η πορεία προς την εθνική ανάπτυξη ακολουθήθηκε από την επιτακτική ανάγκη για εθνική ασφάλεια. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η επιστήμη υπηρέτησε τον πόλεμο σε πρωτοφανή κλίμακα, φέρνοντας καινοτομίες από τα ραντάρ μέχρι την ατομική βόμβα. Και η δέσμευση αυτή συνεχίστηκε και μέσα από τις δεκαετίες τού Ψυχρού Πολέμου. Από το 1950 ως το 1978, οι ομοσπονδιακές κυβερνητικές υπηρεσίες αντιπροσώπευαν πάνω από το 50% του συνόλου των δαπανών για Έρευνα και Ανάπτυξη. Από το πυρίτιο ως το λογισμικό και το Διαδίκτυο, η όλη διάταξη των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας που χρησιμοποιούμε σήμερα προέρχεται από κυβερνητικά προγράμματα που αποσκοπούσαν στην προώθηση της εθνικής ασφάλειας.
Οι κρατικές υπηρεσίες δεν χρηματοδοτούσαν μόνο την επιστημονική έρευνα. Χρησίμευσαν επίσης ως δημιουργικοί και συνεργατικοί πελάτες για τα προϊόντα που προέκυψαν. Έκαναν τα προσφερόμενα προϊόντα χαμηλού κόστους, με αξιόπιστη παραγωγή. Με άλλα λόγια, κατέστησαν τις νέες τεχνολογίες ώριμες για εμπορική εκμετάλλευση.
Η Ουάσιγκτον δεν ήταν η μόνη εθνική πρωτεύουσα που υποστήριξε την επανάσταση των υπολογιστών. Σε άμεση αντίθεση με τους Ευρωπαίους ομολόγους τους, ωστόσο, το Υπουργείο Άμυνας, η NASA και η Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας δεν επέλεξαν τους «εθνικούς πρωταθλητές». Αντίθετα, ο ανταγωνισμός για τέτοιες συμβάσεις ήταν ανοικτός σε εταιρίες όπως η Texas Instruments και η Intel. Και οι κυβερνητικές υπηρεσίες επέμειναν σε ένα διαφανές καθεστώς πνευματικής ιδιοκτησίας, το οποίο δημιούργησε μια δεξαμενή προσβάσιμης τεχνολογίας στην οποία θα μπορούσαν να βασιστούν οι επιχειρηματίες τού ιδιωτικού τομέα στις επόμενες δεκαετίες.
Στο δεύτερο μισό τού εικοστού αιώνα, η αντιμετώπιση των ασθενειών ήρθε να συμπληρώσει την εθνική ασφάλεια ως κίνητρο για κρατικές επενδύσεις. Η μεταφορά του προέδρου των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον για τον «πόλεμο κατά του καρκίνου», αντιπροσώπευε περισσότερα από ένα παιχνίδι με τις λέξεις. Επικαλέστηκε μια δέσμευση αορίστου χρόνου που ξεπερνούσε μια ανάλυση κόστους-οφέλους, η οποία θα εγγυόταν τους προϋπολογισμούς των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας, για μια γενιά.
Κατά σύμπτωση, ακριβώς όπως οι τεχνολογίες πληροφορικής, στις οποίες η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχε επενδύσει, ωρίμαζαν μέσα στη δεκαετία του 1980, το πρώτο κύμα τής σύγχρονης βιοτεχνολογίας, ήρθε επίσης, στην επιφάνεια. Και η αρχικά τεράστια επιτυχία των νέων χρεογράφων με την δημόσια εγγραφή (IPO) τής Apple Computer και της Genentech, το φθινόπωρο του ίδιου έτους σηματοδότησε το τέλος επτά ετών που χαρακτηρίστηκαν από παντελή έλλειψη δυναμισμού στο χρηματιστήριο .
ΠΡΑΣΙΝΗ ΦΟΥΣΚΑ
Παρά το γεγονός ότι καθυστέρησε χάρη στην οδυνηρή ήττα του πληθωρισμού από τον επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, Paul Volker, η «μίνι – φούσκα» νέων χρεογράφων με δημόσια εγγραφή (ΙΡΟ) το 1983 εγκαινίασε τη μεγαλύτερη χρηματιστηριακή αισιοδοξία στην ιστορία του καπιταλισμού, με αποκορύφωμα την έκρηξη των εταιρειών dotcom/τηλεπικοινωνίας στο τέλος της χιλιετίας. Και στην πορεία, προέκυψαν διαδοχικές ευκαιρίες IPO για τις νέες εταιρίες βιοτεχνολογίας, συνεχίζοντας ακόμη και μετά το σκάσιμο τής φούσκας το 2001.
Τώρα κείτονται μπροστά μας χρόνια, ακόμη και δεκαετίες οικοδόμησης αυτής της νέας ψηφιακής οικονομίας. Και με αυτό, θα υπάρξουν πολλές ευκαιρίες καινοτομίας που ευνοεί την κερδοσκοπία: η περαιτέρω επέκταση του εικονικού κοινωνικού κόσμου, η μετατροπή της εξ αποστάσεως αποθήκευσης και επεξεργασίας δεδομένων σε ένα περιβάλλον ασφαλές και αξιόπιστο, το άλμα από την αναγνώριση ομιλίας στην κατανόηση της γλώσσας, η εξαγωγή χρήσιμης πληροφορίας από τα μεγάλα δεδομένα (big data). Η πρόοδος στις βιοεπιστήμες έχει ανάλογες δυνατότητες.
Αλλά, ποιος είναι ο επόμενος τομέας στον οποίο οι κρατικές επενδύσεις και η κερδοσκοπική μανία θα μπορούσαν να συνδυαστούν για να δημιουργήσουν μια άλλη νέα οικονομία; Οι πρώτες εκδηλώσεις της έχουν πρόσφατα φωτίσει τον ουρανό στη Γερμανία και την Κίνα. Η συμπτωματική κίνηση προς μια αυριανή οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα είναι ήδη εμφανής.
Στην πραγματικότητα, οι πρώτες φούσκες τής επόμενης οικονομίας έχουν ήδη αρχίσει να δημιουργούνται: τα τελευταία χρόνια, η γερμανική κυβέρνηση έχει προσφέρει γενναιόδωρες επιδοτήσεις για να υποστηρίξει την ταχεία επέκταση της ηλεκτροπαραγωγής από φωτοβολταϊκά στοιχεία, στις οποίες (επιδοτήσεις) απάντησε επιθετικά η Κίνα. Το κλασικό μοτίβο τής χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας που οδήγησε σε μαζική αύξηση της προσφοράς, ακολουθούμενη από την κατάρρευση των τιμών και την πτώχευση, έχει παιχθεί και στις δύο χώρες.
Εν τω μεταξύ, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δεθεί στο δικό τους περίπλοκο κόμπο. Ο νόμος περί Ενεργειακής Πολιτικής του πρώην προέδρου George W. Bush το 2005 ενέκρινε ένα πρόγραμμα εγγυήσεων δανείων «για την υποστήριξη καινοτόμων τεχνολογιών καθαρής ενέργειας που δεν είναι συνήθως σε θέση να λάβουν τις συμβατικές ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις λόγω των υψηλών κινδύνων της τεχνολογίας». Στην ανάληψη των καθηκόντων του τον Ιανουάριο του 2009, κατά τη διάρκεια της κατάρρευσης της οικονομίας μετά την Lehman Brothers, ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα είχε επεκτείνει σημαντικά αυτό το πρόγραμμα, στο πλαίσιο του σχεδίου του για τόνωση της οικονομίας. Οι έως σήμερα επιτυχίες ενός παραλήπτη, της Tesla, στην προώθηση επαρκούς ενδιαφέροντος για τα ιδιοφυή ηλεκτρικά αυτοκίνητά της, προκειμένου να δημιουργήσει μια μικροφούσκα στις μετοχές της και να εξοφλήσει έτσι το δάνειό της, δεν αντιστάθμισε το πολιτικό κόστος τής διαγραφής δανείων τής Solyndra (προηγμένα φωτοβολταϊκά στοιχεία) και της A123 (μπαταρίες νέας τεχνολογίας) όταν πτώχευσαν και οι δύο.
Η Ουάσιγκτον αντιμετώπισε μια σύγκρουση ανάμεσα στη βραχυπρόθεσμη τόνωση τής οικονομίας και στην υποστήριξη της παροχής εναλλακτικών πηγών ενέργειας σε μακροπρόθεσμη βάση. Με βάση την ιστορία χορηγιών τού Πενταγώνου προς τις ψηφιακές τεχνολογίες, το Υπουργείο Ενέργειας θα μπορούσε να ήταν πιο ανοικτό, ανταγωνιστικό και διαφανές σε πολλαπλές πηγές πρωτοποριακής τεχνολογίας μπαταριών. Αλλά αυτό θα συνεπαγόταν ένα πολυετές πρόγραμμα ασυμβίβαστο με την άμεση ανάγκη να αποτραπεί η κατάρρευση της αμερικανικής οικονομίας.
Σε ένα γενικότερο επίπεδο, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η δημιουργία των βάσεων για μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα θα απαιτήσει άμεση και έμμεση στήριξη από την κυβέρνηση σε μαζική κλίμακα. Αλλά τα ιδεολογικά και θεσμικά εμπόδια γι’ αυτούς τους στόχους είναι τεράστια.
Στο ιδεολογικό μέτωπο, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πλέον διακριθεί μεταξύ των υπόλοιπων χωρών τού κόσμου για τον αριθμό των πολιτικών ηγετών της οι οποίοι αρνούνται ότι η κλιματική αλλαγή υπάρχει στην πραγματικότητα. Σε θεσμικό επίπεδο, η στήριξη της κυβέρνησης στις καθαρές τεχνολογίες και την πράσινη τεχνολογία είναι πολύ πιο δύσκολο να λάβει χώρα από ό,τι η δέσμευση για την πληροφορική στο όνομα της εθνικής ασφάλειας. Μια τεράστια, κερδοφόρα και πολιτικά εδραιωμένη συμβατική βιομηχανία ενέργειας υπάρχει ήδη, σε αντίθεση με την εκκολαπτόμενη βιομηχανία επεξεργασίας πληροφοριών της εποχής μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Αdvanced Research Projects Agency-Energy (ARPA - E) έχει ρητά ως πρότυπο την θρυλική Defense Advanced Research Projects Agency (DARPA). Αλλά απαιτεί ένα ασήμαντο ποσό πόρων σε σχέση με το κληροδότημα της DARPA κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 και του 1970. Στερείται επίσης το σύνολο των «μεγάλων αδελφών» - συνολικά το Υπουργείο Άμυνας - ο ρόλος των οποίων ως πελάτες των νέων τεχνολογιών είχε μετασχηματιστικές επενέργειες. Το Υπουργείο Ενέργειας θα μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα στη στήριξη νέων τεχνολογιών μπαταρίας, αλλά δεν είναι σαφές το πού θα βρεθεί η πηγή τής ζήτησης για να φέρουν τις καινοτομίες αρκετά κοντά στην εμπορική αγορά ώστε να αναλάβει ο ιδιωτικός τομέας.
Στο παρασκήνιο και μακριά από τα βλέμματα, πολλές από τις τεχνολογίες που θα δώσουν τελικά δυναμική στην επόμενη νέα οικονομία έχουν χρηματοδοτηθεί από αυτό που ο κοινωνιολόγος Fred Block αποκάλεσε το «κρυφό αναπτυξιακό κράτος». Η πιο εμφανής και οικονομικά σημαντική από τις νέες παραγωγικές τεχνολογίες, η υδραυλική ρηγμάτωση των υδρογονανθράκων σχιστόλιθου (fracking), ευνοήθηκε από διάφορους κλάδους τής ομοσπονδιακής κυβέρνησης, αρχής γενομένης από τη δεκαετία του 1970.
Είναι αλήθεια ότι το fracking χρειάστηκε μια πλήρη γενιά έρευνας και πειραματισμού πριν φθάσει σε μεγάλης κλίμακας ανάπτυξη. Ωστόσο, όσον αφορά αυτό και άλλα μέτωπα, οι σπόροι της καινοτομίας έχουν ριχθεί και ποτίζονται. Όταν επικρατήσει η οικονομική μανία, το κύμα κερδοσκοπικών επενδύσεων στην κλίμακα που απαιτείται για την κατασκευή των θεμελίων μιας νέας οικονομίας, αυτό που θα έχει σημασία θα είναι μια ιστορία με προοπτικές – όχι οι αριθμοί που θα ικανοποιήσουν τα ορθολογικά υποκείμενα της παλιάς νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας. Από τους ηλεκτρικούς σταθμούς φόρτισης που πολλαπλασιάζονται στη Silicon Valley μέχρι τις εκτάσεις σχιστόλιθου της Βόρειας Ντακότα και της Δυτικής Βιρτζίνια, μέσω της φούσκας των φωτοβολταϊκών που έσπασε στην Κίνα και τη Γερμανία, αυτές οι ιστορίες έχουν ήδη αρχίσει να πολλαπλασιάζονται.
Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Κι' άλλη ανάπτυξη "αλά Σαμαρά": 10% κάτω οι τζίροι στην βιομηχανία


Αθροιστικές απώλειες άνω των 5 δισ. ευρώ κατέγραψε, στη διάρκεια του 2012, ο τζίρος 22 εκ των 24 βιομηχανικών κλάδων της χώρας. Εξαιρουμένου του κλάδου των παραγώγων πετρελαίου, οι τιμές των οποίων αυξήθηκαν λόγω της ανόδου τόσο της παραγωγής όσο και των διεθνών τιμών του αργού πετρελαίου, η ελληνική μεταποιητική βιομηχανία κατέγραψε σημαντική ποσοστιαία μείωση του τζίρου της. Η απώλεια τζίρου της μη πετρελαϊκής βιομηχανίας, σε σχέση με το 2011, κυμαίνεται περί το 10%.
Αυτά προκύπτουν από επεξεργασία στοιχείων της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), σύμφωνα με τα οποία ο τζίρος των μεταποιητικών βιομηχανιών της χώρας, συμπεριλαμβανομένων αυτών του κλάδου των παραγώγων πετρελαίου, το 2012 αυξήθηκε κατά 3,4% έναντι αύξησης 7,3% το 2011 και 6,0% το 2010.
Δεδομένου ότι οι πωλήσεις του κλάδου των διυλιστηρίων και άλλων επιχειρήσεων επεξεργασίας πετρελαίου, που αυξήθηκαν κατά 19,7% το 2012, αντιστοιχούν σε περισσότερο από 25% των συνολικών πωλήσεων των βιομηχανιών όλων των κλάδων, συνάγεται μείωση της τάξεως του 10% των λοιπών βιομηχανικών πωλήσεων κατά το 2012.
Οι πωλήσεις του κλάδου των διυλιστηρίων και άλλων επιχειρήσεων επεξεργασίας πετρελαίου είχαν αυξηθεί επίσης το 2011 κατά 25,2% και το 2010 κατά 29,1%, ωθώντας ανοδικά τον συνολικό δείκτη πωλήσεων, λόγω του ειδικού βάρους του κλάδου, παρά την πτώση των εσόδων της πλειονότητας των υπόλοιπων κλάδων.
Χαρακτηριστικό της οικονομικής καχεξίας που χαρακτήρισε την πορεία των ελληνικών βιομηχανιών το 2012 είναι ότι μείωση των εσόδων τους παρουσιάζουν οι 22 από τους συνολικά 24 κλάδους της μεταποιητικής βιομηχανίας, έναντι 18 το 2011 και 20 το 2010. Επιπλέον, σε έντεκα από αυτούς τους 22 κλάδους η ποσοστιαία μείωση των εσόδων ήταν διψήφια, έναντι δέκα το 2011 και δεκατριών το 2010.
Ως σύνολο ο τομέας, όπως προαναφέρθηκε, εμφανίζει αύξηση του κύκλου εργασιών, ωστόσο αν απομονωθεί ο κλάδος των καυσίμων η εικόνα αντιστρέφεται.
Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για το 2012 και τα προηγούμενα χρόνια πιστοποιούν ότι:
* Ο τζίρος των βιομηχανιών τροφίμων, που το 2005 αντιστοιχούσε στο 15,85% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου, το 2012 μειώθηκε κατά 2,0%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 3,8% και οι τιμές των προϊόντων τους αυξήθηκαν κατά 1,25%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 0,5%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 3,2%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 7,0% και το 2008 είχε αυξηθεί κατά 6,6%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 5,9% μεγαλύτερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 7,9% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 17,7% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών ποτών (4,28% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 8,2%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 8,3% και οι τιμές των προϊόντων τους αυξήθηκαν κατά 1,2%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 9,2%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 8,5%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 2,0% και το 2008 είχε αυξηθεί κατά 4,4%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 11,2% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 19,9% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 18,6% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών καπνού (1,43% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 7,7%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 8,9% και οι τιμές των προϊόντων τους αυξήθηκαν κατά 3,5%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε αυξηθεί κατά 5,5%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 23,7%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 3,0% και το 2008 είχε αυξηθεί κατά 3,9%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 25,5% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 24,9% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 4,9% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών κλωστοϋφαντουργικών ειδών (2,11% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 21,4%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 17,4% και οι τιμές των προϊόντων τους μειώθηκαν κατά 0,2%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 14,1%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί πάλι κατά 14,1%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 28,1% και το 2008 είχε μειωθεί κατά 15,6%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 66,3% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 73,0% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 9,4% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών ειδών ενδυμασίας (2,49% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 16,7%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 7,0% και οι τιμές των προϊόντων τους μειώθηκαν κατά 0,1%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 16,7%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 18,0%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 19,7% και το 2008 είχε μειωθεί κατά 12,7%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 59,0% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 66,4% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 4,2% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών δέρματος και ειδών υπόδησης (0,47% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 47,5%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 31,6% και οι τιμές των προϊόντων τους αυξήθηκαν κατά 0,9%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 19,9%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 32,3%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 13,8% και το 2008 είχε μειωθεί κατά 1,0%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 74,2% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 71,1% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 14,3% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών ξύλου (1,07% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 15,8%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 11,1% και οι τιμές των προϊόντων τους αυξήθηκαν κατά 1,1%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 23,7%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 9,6%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 33,2% και το 2008 είχε μειωθεί κατά 9,2%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 60,8% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 32,9% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 18,9% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών χάρτου (1,84% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 7,6%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 10,6% και οι τιμές των προϊόντων τους μειώθηκαν κατά 0,8%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 3,6%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε αυξηθεί κατά 1,7%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 6,1% και το 2008 είχε αυξηθεί κατά 2,1%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 1,3% μεγαλύτερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 23,4% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 17,7% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών εκτυπώσεων (1,16% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 15,9%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 18,6% και οι τιμές των προϊόντων τους αυξήθηκαν κατά 1,1%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 26,6%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 15,7%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 11,2% και το 2008 είχε αυξηθεί κατά 1,9%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 50,7% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 53,4% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 13,2% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών παραγώγων πετρελαίου (27,04% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 αυξήθηκε κατά 19,7%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους χάρη σε επιπρόσθετες εξαγωγές αυξήθηκε κατά 24,3% και οι τιμές των προϊόντων τους αυξήθηκαν κατά 11,6%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε αυξηθεί κατά 25,2%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε αυξηθεί κατά 29,1%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 32,7% και το 2008 είχε αυξηθεί κατά 24,8%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 104,7% μεγαλύτερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 17,7% μεγαλύτερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 94,1% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών χημικών προϊόντων (4,59% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 11,9%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους αυξήθηκε κατά 0,7% και οι τιμές των προϊόντων τους αυξήθηκαν κατά 1,6%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε αυξηθεί κατά 0,5%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε αυξηθεί κατά 7,5%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 19,3% και το 2008 είχε μειωθεί κατά 0,4%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 15,1% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 28,7% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 13,0% μικρότερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών φαρμάκων (2,15% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 1,4%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 5,5% και οι τιμές των προϊόντων τους αυξήθηκαν κατά 3,0%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 4,3%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 3,2%, ενώ το 2009 είχε αυξηθεί κατά 18,4% και το 2008 είχε αυξηθεί κατά 4,5%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 26,0% μεγαλύτερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 44,5% μεγαλύτερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 20,1% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών πλαστικών (3,43% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 3,9%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 9,5% και οι τιμές των προϊόντων τους αυξήηκαν κατά 1,0%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε αυξηθεί κατά 2,2%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε αυξηθεί κατά 0,6%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 16,0% και το 2008 είχε αυξηθεί κατά 1,0%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 5,3% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 28,7% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 19,9% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών μη μεταλλικών ορυκτών (6,49% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 20,6%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 15,8% και οι τιμές των προϊόντων τους αυξήθηκαν κατά 0,9%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 34,2%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 18,9%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 20,9% και το 2008 είχε μειωθεί κατά 2,5%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 62,1% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 67,9% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 22,2% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών βασικών μετάλλων (11,0% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 13,2%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 6,1% και οι τιμές των προϊόντων τους αυξήθηκαν κατά 1,1%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε αυξηθεί κατά 17,7%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 22,9%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 41,0% και το 2008 είχε μειωθεί κατά 2,5%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 0,7% μεγαλύτερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 7,5% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 39,3% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών μεταλλικών προϊόντων (6,07% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 10,9%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 9,8% και οι τιμές των προϊόντων τους αυξήθηκαν κατά 0,3%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 0,4%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 8,3%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 21,7% και το 2008 είχε μειωθεί κατά 0,5%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 27,3% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 31,3% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 22,2% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών ηλεκτρονικών ειδών (0,79% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 6,2%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 11,0% και οι τιμές των προϊόντων τους αυξήθηκαν κατά 0,6%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 21,5%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 22,5%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 38,7% και το 2008 είχε μειωθεί κατά 2,5%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 67,8% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 79,2% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 7,1% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών ηλεκτρολογικού εξοπλισμού (2,60% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 αυξήθηκε κατά 10,3%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 6,0% και οι τιμές των προϊόντων τους μειώθηκαν κατά 2,2%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 5,1%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε αυξηθεί κατά 8,3%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 29,0% και το 2008 είχε μειωθεί κατά 7,9%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 6,3% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 33,8% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 63,2% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών μηχανημάτων (1,25% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 8,8%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 13,3% και οι τιμές των προϊόντων τους μειώθηκαν κατά 0,4%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε αυξηθεί κατά 0,3%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 15,3%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 16,9% και το 2008 είχε αυξηθεί κατά 2,2%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 24,8% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 48,3% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 10,1% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών μηχανοκίνητων οχημάτων (0,54% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 13,5%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 14,7% και οι τιμές των προϊόντων τους αυξήθηκαν κατά 1,4%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 24,5%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 9,3%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 23,1% και το 2008 είχε μειωθεί κατά 6,8%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 58,3% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 57,5% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 11,95% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών λοιπού εξοπλισμού μεταφορών (1,24% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 25,9%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 26,5% και οι τιμές των προϊόντων τους αυξήθηκαν κατά 4,3%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 19,7%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 37,7%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 11,3% και το 2008 είχε μειωθεί κατά 8,3%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 69,6% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 72,8% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 22,9% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών επίπλων (1,06% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 30,4%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 28,6% και οι τιμές των προϊόντων τους μειώθηκαν κατά 0,9%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 22,0%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 17,3%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 21,0% και το 2008 είχε αυξηθεί κατά 0,1%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 59,7% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 65,0% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 11,3% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών λοιπών προϊόντων (0,30% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 11,2%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 13,2% και οι τιμές των προϊόντων τους αυξήθηκαν κατά 1,95%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 7,5%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 2,7%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 12,9% και το 2008 είχε μειωθεί κατά 7,8%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 36,3% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 51,5% μικρότερος και οι τιμές των προϊόντων του κατά 28,4% μεγαλύτερες.
* Ο τζίρος των βιομηχανιών επισκευών και εγκατάστασης μηχανημάτων και εξοπλισμού (2,75% του συνολικού βιομηχανικού τζίρου το 2005) το 2012 μειώθηκε κατά 13,2%, ενώ την ίδια χρονιά ο όγκος της παραγωγής τους μειώθηκε κατά 14,6% και οι τιμές τους μειώθηκαν κατά 0,6%. Το 2011 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 3,1%. Επίσης, το 2010 ο τζίρος του κλάδου είχε μειωθεί κατά 22,8%, ενώ το 2009 είχε μειωθεί κατά 19,5% και το 2008 είχε μειωθεί κατά 5,0%. Σε σύγκριση με το έτος 2005, ο τζίρος του το 2012 ήταν κατά 54,5% μικρότερος, ενώ ο όγκος της παραγωγής του ήταν κατά 51,1% μικρότερος και οι τιμές του κατά 15,1% μεγαλύτερες.
Οι σημαντικά μικρότερες, σε σχέση με τον όγκο παραγωγής, μειώσεις του τζίρου σε ορισμένους κλάδους, που παρατηρήθηκαν το 2012, προφανώς αντανακλούν μεταβολή του προϊοντικού μείγματος της παραγωγής.
Συμπεριλαμβανομένου του κλάδου των παραγώγων πετρελαίου, οι τιμές των οποίων αυξήθηκαν εν τω μεταξύ κατά 94,1%, ο συνολικός τζίρος της ελληνικής μεταποιητικής βιομηχανίας το 2012 ήταν κατά 13,9% μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο του έτους 2005, αν και ο όγκος της παραγωγής της ήταν κατά 26,4% μικρότερος, χάρη στην άνοδο των μέσων τιμών της κατά 36,0%.
www.elkosmos.gr