Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Αμερικανο-Τουρκική συνεργασία κατά του Ισλαμικού Κράτους



Γράφει ο Βασίλης Γιαννακόπουλος, γεωστρατηγικός αναλυτής 

Σχεδόν από την έναρξη της συριακής κρίσης (Φεβρουάριος 2011), η Άγκυρα ήρθε σε
ρήξη µε το καθεστώς Άσσαντ. Συγκεκριµένα, ενώ πριν την έναρξη της Αραβικής
Άνοιξης είχε προσεταιριστεί µε το «σιιτικό άξονα» (Ιράν, Συρία, Χεζµπολλάχ, Χαµάς),
πραγµατοποίησε µια σηµαντική στροφή στη µεσανατολική εξωτερική της πολιτική,
«φλερτάροντας» ανοικτά µε τους Άραβες σουννίτες αντικαθεστωτικούς και
φροντίζοντας ταυτόχρονα να διατηρεί άριστες σχέσεις µε τη Μουσουλµανική
Αδελφότητα. Η Τουρκία είχε τη δυνατότητα να εξοπλίσει, να συµβουλεύσει, να
εκπαιδεύσει και γενικότερα να υποστηρίξει µε κάθε τρόπο τον Ελεύθερο Συριακό
Στρατό (Free Syrian Army – FSA) και οι τουρκικές ένοπλες δυνάµεις διέθεταν την
επιχειρησιακή δυνατότητα για τη δηµιουργία µιας Buffer Zone κατά µήκος των συρο-
τουρκικών συνόρων, µε πρόσχηµα την ασφάλεια των Σύριων προσφύγων στους
καταυλισµούς της νοτιοδυτικής Τουρκίας αλλά και των υπολοίπων προσφύγων στα
συριακά εδάφη. Ωστόσο, η υλοποίηση αυτού του σχεδίου απαιτούσε την υποστήριξη
της Ουάσιγκτον, του Αραβικού Συνδέσµου και φυσικά προϋπέθετε τη λήψη σχετικής
απόφασης από το Συµβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η Άγκυρα δεν θα ρίσκαρε να
κινηθεί µονοµερώς, καθότι εγκυµονούσε ο κίνδυνος να έρθει σε πλήρη ρήξη µε τη
∆αµασκό και να αναγκασθεί να χρησιµοποιήσει τουρκικές δυνάµεις εντός της
συριακής επικράτειας. Κάτι τέτοιο όµως θα περιέπλεκε περισσότερο την

κατάσταση.[1]
Έκτοτε, η κατάσταση περιφερειακής ασφάλειας επιδεινώθηκε περαιτέρω και
επεκτάθηκε, αλλά οι στόχοι της Άγκυρας, δηλαδή η εξουδετέρωση των συµβατικών ή
ασύµµετρων απειλών κατά της εθνικής της ασφάλειας, η πτώση του αλαουιτικού
καθεστώτος και η δηµιουργία ενός συριακού σουννιτικού κράτους χωρίς τη
δηµιουργία µιας συριακής κουρδικής κρατικής οντότητας, παρέµειναν σταθεροί.
Η Ουάσιγκτον, αντιλαµβανόµενη τη σπουδαιότητα της γεωστρατηγικής θέσης της
Τουρκίας και προκειµένου να εφαρµόσει την υψηλή της στρατηγική στην περιοχή,
δηλαδή την εξουδετέρωση του Ισλαµικού Κράτους (ΙΚ), την πτώση του Άσσαντ και τη
δηµιουργία δύο οµόσπονδων κρατών (του Ιράκ και της Συρίας, εντός των οποίων θα
περιλαµβάνονται οι αυτόνοµες κουρδικές, σουννιτικές και σιιτικές περιοχές), σε
αρκετές περιπτώσεις «ανέχεται» τις ιδιόρρυθµές συµπεριφορές και επιδιώξεις της
τουρκικής ηγεσίας. Αν µάλιστα επιβεβαιωθεί το δηµοσίευµα της 2ας Νοεµβρίου 2014
της Sabah[2] (ήδη, επιβεβαιώθηκε από τους New York Times), περί πιθανής
αντικατάστασης των Αµερικανών υπουργών Εξωτερικών και Άµυνας, λόγω της
λανθασµένης στρατηγικής που εφάρµοσαν µεταξύ άλλων στην αντιµετώπιση του ΙΚ,
αλλά και της τριετούς καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην υιοθέτηση της
τουρκικής πρότασης για την υποστήριξη των Σύριων αντικαθεστωτικών, γίνεται
αντιληπτό αφενός ότι ο περιφερειακός ρόλος της Τουρκίας αναβαθµίζεται σηµαντικά στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολή, αφετέρου
δικαιολογείται η ανοχή της Ουάσιγκτον στα κελεύσµατα της Άγκυρας. Το ιδιαίτερα
ανησυχητικό συµπέρασµα για την ελληνική και κυπριακή πλευρά είναι ότι η
αµερικανική ηγεσία προβληµατίζεται σε τέτοιο βαθµό από την όξυνση των σχέσεων
Ουάσιγκτον-Άγκυρας, που η κυβέρνηση Οµπάµα σκέφτεται να αντικαταστήσει τους
δύο σηµαντικότερους υπουργούς του.
Αναλύοντας τις µέχρι τώρα σχέσεις συνεργασίας της Τουρκίας και των Ηνωµένων
Πολιτειών, σχετικά µε την αντιµετώπιση του ΙΚ και γενικότερα µε το µελλοντικό status
της περιοχής, διαπιστώνουµε ότι οι στρατηγικοί στόχοι της Ουάσιγκτον συνίστανται:
Πρώτον, στην αποφυγή της διεξαγωγής επιθετικών επιχειρήσεων των τζιχαντιστών
του ΙΚ κατά της Τουρκίας, προκειµένου να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα
αποσταθεροποίησής της. Ήδη, στις 6 Οκτωβρίου, ο νέος γενικός γραµµατέας του
ΝΑΤΟ, Jens Stoltenberg, δήλωσε από τη Βαρσοβία: «Το ΝΑΤΟ θα σταθεί δίπλα
στην Τουρκία, εάν αυτό κριθεί απαραίτητο για την προστασία της χώρας από
επιθέσεις του Ισλαµικού Κράτους».[3]
∆εύτερον, στην ελαχιστοποίηση της χρήσης του τουρκικού εδάφους από τους
µαχητές του ΙΚ.[4] Για δεκαετίες, από τα περίπου 900 χλµ συρο-τουρκικά σύνορα
διέρχονταν λαθρέµποροι. Σήµερα όµως, τα συρο-τουρκικά σύνορα έχουν καταστεί
ιδιαίτερα πορώδη, λόγω της µαζικής διέλευσης από την Τουρκία προς τη Συρία
χιλιάδων δυτικών επίδοξων τζιχαντιστών, που αποφάσισαν να ενταχθούν στη
δύναµη του Ισλαµικού Κράτους. Πρόσφατη έκθεση του Συµβουλίου Ασφαλείας του
ΟΗΕ υπολογίζει ότι έχουν ήδη εισέλθει περίπου 15.000 τζιχαντιστές τρίτων χωρών.
Τρίτον, στη χρήση του τουρκικού εδάφους και του τουρκικού εναέριου χώρου από τις
ένοπλες δυνάµεις των Ηνωµένων Πολιτειών, µε ή χωρίς τη συνεργασία των
αντίστοιχων τουρκικών ενόπλων δυνάµεων, αφενός για τη διεξαγωγή
εκκαθαριστικών επιχειρήσεων κατά του ΙΚ (στη Συρία και το Ιράκ), αφετέρου για την
ενίσχυση της επιχειρησιακής δυνατότητας του FSA. Μετά την απελευθέρωση από το
ΙΚ των 49 Τούρκων οµήρων (20 Σεπτεµβρίου 2014), που είχαν συλληφθεί στο
τουρκικό προξενείο στη Μοσούλη, η Άγκυρα είχε δηλώσει ότι ήταν πλέον πρόθυµη
να συµµετάσχει στη διεθνή εκστρατεία κατά των τζιχαντιστών. Παρόλα αυτά, η
συµπεριφορά της Τουρκίας, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του συριακού κουρδικού
χωριού Κοµπάνι (γνωστό και ως Ayn al-Arab), δηµιούργησε αρκετά ερωτηµατικά στη
διεθνή κοινότητα, για τις προθέσεις της Τουρκίας αναφορικά µε την εµπλοκή της στην
εν λόγω διεθνή εκστρατεία. Το τουρκικό κοινοβούλιο, στις 2 Οκτωβρίου 2014,
ενέκρινε τη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων των τουρκικών και ξένων
δυνάµεων από το έδαφός της, κατά των τζιχαντιστών στη Συρία και στο Ιράκ. ∆έκα
ηµέρες αργότερα (12 Οκτωβρίου), η Αµερικανίδα Σύµβουλος Εθνικής Ασφάλειας,
Susan Rice, δήλωσε ότι «η Τουρκία είχε συµφωνήσει να επιτρέψει τη χρήση του
εδάφους της από τις συµµαχικές δυνάµεις, αφενός για την εκπαίδευση των
µετριοπαθών σουννιτικών δυνάµεων της συριακής αντιπολίτευσης, αφετέρου για τη
διεξαγωγή εκκαθαριστικών επιχειρήσεων στο εσωτερικό του Ιράκ και της Συρίας».
Ωστόσο, ακολούθησε µια ανακοίνωση από το γραφείο του πρωθυπουργού της
Τουρκίας, Αχµέτ Νταβούτογλου, η οποία ανέφερε ότι «δεν είχε επιτευχθεί συµφωνία
για τη χρήση της αεροπορικής βάσης του Ιντσιρλίκ» και ότι «οι συνοµιλίες µεταξύ
άγκυρας και Ουάσιγκτον συνεχίζονται».[5]
Τέταρτον, στην άσκηση πιέσεων ή στη χορήγηση παροχών και κινήτρων προς την
Τουρκία, όταν απαιτείται η αλλαγή της συµπεριφοράς της, προκειµένου να συµβάλει
τόσο στην προώθηση των αµερικανικών συµφερόντων, όσο και στην εξουδετέρωση
των απειλών που στρέφονται κατά των Ηνωµένων Πολιτειών και σχετίζονται µε το ΙΚ.
Έχοντας πλήρη επίγνωση του ιδιαίτερα απρόβλεπτου χαρακτήρα του Ερντογάν, οι
Αµερικανοί δεν θα διστάσουν να εφαρµόσουν τη δοκιµασµένη συνταγή του καρότου 3
και του µαστίγιου, ώστε να έχουν τα επιθυµητά αποτελέσµατα. Ειδικά σε ότι αφορά
το «καρότο», δηλαδή τις πιθανές παροχές-υποστήριξη προς την Άγκυρα, η Αθήνα
και η Λευκωσία πρέπει να είναι (και θεωρώ ότι είναι) προετοιµασµένες.
Αναµφισβήτητα, στο πλαίσιο αυτής της υποστήριξης συµπεριλαµβάνεται η
απροθυµία των ΗΠΑ να καταγγείλουν την τουρκική προκλητικότητα, κατά τη διάρκεια
των πρόσφατων εξελίξεων στην κυπριακή ΑΟΖ.
Είναι γεγονός ότι µια σειρά από πολύπλοκα αλληλοσυνδεόµενα ζητήµατα,
συµπεριλαµβανοµένων των βουλευτικών εκλογών που έχουν προγραµµατιστεί για
τον Ιούνιο του 2015, το άλυτο κουρδικό πρόβληµα εντός της Τουρκίας, καθώς και της
πιθανής δηµιουργίας ανεξάρτητης ή έστω αυτόνοµης συριακής κουρδικής κρατικής
οντότητας, επηρεάζουν την πολιτική βούληση της τουρκικής κυβέρνησης σχετικά µε
τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Συρίας και κυρίως τη στάση της απέναντι στη
τζιχαντιστική οργάνωση του ΙΚ. Από την έναρξη του συριακού εµφύλιου (2011), η
Τουρκία έχει επιδιώξει αφενός να εξουδετερώσει ή έστω να ελαχιστοποιήσει τις
απειλές κατά της εθνικής της ασφάλειας, αφετέρου να επηρεάσει προς όφελός της τις
εξελίξεις σε περιφερειακό επίπεδο (κυρίως στο εσωτερικό της Συρίας και του Ιράκ). Η
παρατεταµένη συγκρουσιακή κατάσταση τόσο στη Συρία όσο και στο βορειο-κεντρικό
Ιράκ είχαν ως αποτέλεσµα τον πολλαπλασιασµό αυτών των απειλών. Περίπου 1,5
εκατοµµύριο Σύριων προσφύγων έχει διέλθει στο τουρκικό έδαφος,[6] χιλιάδες ξένοι
τζιχαντιστές έχουν περάσει τα συρο-τουρκικά σύνορα, ενώ η Άγκυρα έχει δεχθεί
κριτική διότι έχει επιτρέψει άγνωστο αριθµό σουννιτών τζιχαντιστών να χρησιµοποιεί
το τουρκικό έδαφος ως ασφαλές καταφύγιο[7] και ως αγορά για τη λαθραία πώληση
πετρελαίου.[8]
Σχετικά µε την τουρκική πρόταση για τη δηµιουργία Ζώνης Ασφαλείας (Buffer Zone)
εντός του συριακού εδάφους και κατά µήκος των συρο-τουρκικών συνόρων,
ορισµένοι Αµερικανοί αξιωµατούχοι αρχικά φάνηκαν πρόθυµοι να την εξετάσουν. Στη
συνέχεια όµως, η τουρκική πρόταση απορρίφθηκε καθότι θα δηµιουργούσε µια σειρά
επιπρόσθετων προβληµάτων, όπως αντιδράσεις και αναµενόµενη άσκηση βέτο στο
Συµβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ (τουλάχιστον από τη ρωσική πλευρά) γεγονός που
θα δηµιουργούσε πρόβληµα διεθνούς νοµιµότητας, πιθανή αύξηση της
συγκρουσιακής κατάστασης στο εσωτερικό της Συρίας λόγω της αναµενόµενης
αντίδρασης των συριακών δυνάµεων και των σιιτών υποστηρικτών τους, δηµιουργία
ασφαλών καταφυγίων εντός της ζώνης από τους σουννίτες τζιχαντιστές, απαίτηση
για αποστολή και ανάπτυξη δυνάµεων (ΝΑΤΟϊκών ή δυτικής πολυεθνικής δύναµης)
για τον έλεγχο της Ζώνης Ασφαλείας, κτλ.
Παρά το γεγονός ότι η Τουρκία έχει συγκεντρώσει χερσαίες δυνάµεις στα συρο-
τουρκικά σύνορα, οι ηγέτες της εµφανίζονται απρόθυµοι να αποφασίσουν µια
µονοµερή στρατιωτική εισβολή στη Συρία και να διεξάγουν εκκαθαριστικές
επιχειρήσεις κατά του ΙΚ. Εκτιµάται ότι η Άγκυρα δεν θα λάβει µια τέτοια απόφαση,
αν και µπορεί να επικαλεσθεί λόγους αυτοάµυνας. Ανησυχεί ιδιαίτερα για την
ανάδυση ασύµµετρων απειλών, λόγω της ύπαρξης τροµοκρατικών θυλάκων εντός
του τουρκικού εδάφους, οι οποίοι προς το παρόν δεν δραστηριοποιούνται κατά
τουρκικών στόχων. Επιπρόσθετα, η Άγκυρα εκτιµά ότι οι υπόλοιπες χώρες-µέλη του
ΝΑΤΟ, παρά τα όσα προβλέπει η συλλογική άµυνα και το Άρθρο 5 της Ιδρυτικής
Συνθήκης της Ουάσιγκτον, δεν θα προθυµοποιηθούν να εµπλακούν. Αντίθετα,
ενδέχεται να υποστηρίξουν ότι «η Άγκυρα, ως χώρα µέλος του ΝΑΤΟ, προκάλεσε
τεχνητή κρίση και επικαλέσθηκε το Άρθρο 5, προκειµένου να προωθήσει τα εθνικά
της συµφέροντα».

[1] Βασίλης Γιαννακόπουλος, «Αραβική Άνοιξη – Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική», 2012,
σσ. 281-291
[2] Sabah, “Muhalif bakanları görevden alabilir”, 02.11.2014 [3] Reuters, “NATO says will protect Turkey against any spillover from Syria”, October 6, 2014
[4] Holly Williams, cbsnews, “Turkey-Syria border has become gate into ISIS for foreign
fighters”, September 26, 2014
[5] Liz Sly & Craig Whitlock, The Washington Post, “Turkey denies reaching accord with U.S.
on use of air base against Islamic State”, October 13, 2014
[6] Όπως προκύπτει από την ανάλυση τουρκικών πηγών, η αντίληψη της Άγκυρας για τη
δηµιουργία Ζώνης Ασφαλείας εστιάζεται, µεταξύ άλλων: «Στην αντιµετώπιση των κοινωνικο-
οικονοµικών προβληµάτων και προβληµάτων ασφαλείας, που προκύπτουν από την αύξηση
των προσφυγικών ρευµάτων προς την Τουρκία. Ήδη ο αριθµός των προσφύγων ξεπέρασε το
1,5 εκατοµµύριο».
Χρήστος Μηνάγιας, www.geostrategy.gr, «Περί δηµιουργίας Ζώνης Ασφαλείας στη Συρία», 3
Οκτωβρίου 2014
[7] Σε δηλώσεις του στο Πανεπιστήµιο του Χάρβαρντ, στις 2 Οκτωβρίου 2014, ο Αµερικανός
αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν δήλωσε ότι «ο κ. Ερντογάν παραδέχτηκε ότι έχει υποπέσει στο
σφάλµα να επιτρέψει σε ξένους µαχητές να διασχίσουν τα συρο-τουρκικά σύνορα, µε
αποτέλεσµα να σχηµατισθεί η γνωστή εξτρεµιστική οργάνωση Ισλαµικό Κράτος στο Ιράκ και
στο Λεβάντε». ∆ύο ηµέρες αργότερα, ο Ερντογάν αντέδρασε δηλώνοντας «αν ο κ. Μπάιντεν
δηλώνει τέτοια πράγµατα στο Χάρβαρντ, πρέπει να µας ζητήσει συγγνώµη». Επίσης, ο
Μπάιντεν, σε οµιλία του στο John F. Kennedy School of Government, πρόσθεσε «συµµαχικές
χώρες, συµπεριλαµβανοµένης της Τουρκίας, του Κατάρ και των Ηνωµένων Αραβικών
Εµιράτων, προσέφεραν απεριόριστη οικονοµική και υλικοτεχνική υποστήριξη σε σουννίτες
µαχητές, που προσπαθούν να ανατρέψουν τη συριακή κυβέρνηση του προέδρου Μπασάρ
αλ-Άσαντ».
Sebnem Arsu, The New York Times, “Biden Apologizes to Turkish President”, October 4,
2014
[8] Η τουρκική κυβέρνηση έχει επικριθεί για τη στάση της σε τρία βασικά σηµεία: α) ∆εν έχει
κάνει αρκετά για να κλείσει τα σύνορά της στη ροή των ξένων µαχητών. β) ∆εν έχει κάνει
αρκετά στο έδαφός της για να περιορίσει τις ριζοσπαστικές οµάδες, που στρατολογούνται
από το ΙΚ. γ) Το ΙΚ κερδίζει χρήµατα από την πώληση πετρελαίου µέσω της Τουρκίας.
Mustafa Akyol, Al-Monitor, “The truth about Turkey and Islamic State oil”, September 22, 2014

http://www.geostrategy.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: