Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Η νομοθεσία της δεκαετίας του 1920 για την ιθαγένεια1

Ο πολίτης Π.Λ.Παπαγαρυφάλλου
Πρόεδρος της Επιτροπής Ενημερώσεως Εθνικών Θεμάτων

Ιθαγένεια καλείται ο έννομος δεσμός προσώπου τινός μετά ωρισμένης Πολιτείας".
"Το ζήτημα της Ιθαγένειας τουτέστι της διακρίσεως των υπηκόων πολιτείας τινός (ημεδαπών) και μη υπηκόων αυτής (αλλοδαπών) ενέχει μεγάλην σπουδαιότητα και δη ως προς τα πολιτικά δικαιώματα, ων απολαύωσιν αποκλειστικώς οι ημεδαποί, των αλλοδαπών στερουμένων τελείως αυτών… Έτερος θεμελιώδης περί ιθαγενείας κανών είναι ότι ουδέν πρόσωπον δύναται να έχη δύο συγχρόνως ιθαγενείας, δηλαδή ν' ανήκη εις δύο πολιτείας και παν πρόσωπον είναι πολίτης μιας και μόνης πολιτείας και εν μια και μόνη δύναται κατά το δίκαιον να εξασκή τα πολιτικά αυτού δικαιώματα. Οι δύο ως άνω θεμελιώδεις, περί ιθαγενείας κανόνες, απολύτως ορθοί εν τη θεωρία, εν τη πράξη πολλάκις δεν αληθεύουσιν. Ουδόλως ασύνηθες τυγχάνει να συναντήσωμεν πρόσωπόν τι στερούμενον πατρίδας και ιθαγενείας ή αντιθέτως να έχη νομίμως διπλήν ιθαγένειαν. Η ανώμαλος αύτη κατάστασις οφείλεται κυρίως εις την ποικιλίαν των περί ιθαγενείας νομοθεσιών των πολιτειών ης αποτέλεσμα είναι να γεννώνται πλείσται όσαι συγκρούσεις περί ιθαγενείας νόμων των διαφόρων κρατών. Η ιθαγένεια διακρίνεται εις πρωτότυπον, ην δηλαδή αποκτά πρόσωπόν τι εκ της γεννήσεως και εις παράγωγον ή επίκτητον, οσάκις δηλαδή πρόσωπόν τι αντικαθιστά προηγούμενην δι' ετέρας ως λ.χ. δια πολιτογραφήσεως και δια γάμου. Ως προς την πρωτότυπον ιθαγένειαν αι νομοθεσίαι των διαφόρων πολιτειών ακολουθώσιν εν των εξής τριών συστημάτων: 1) Η ιθαγένεια προσδιορίζεται εκ της καταγωγής (jus sanguis = το αίμα, η καταγωγή˙ εν των συστήματι τούτω αποτελούν την όλην βάσιν δια τον προσδιορισμόν της ιθαγένειας μη λαμβανομένου υπ' όψιν του τόπου της γεννήσεως… 2) Η ιθαγένεια  προσδιορίζεται εκ του τόπου της γεννήσεως αδιαφόρως των γονέων (jus soli)…, 3) Κατά το σύστημα τούτο γίνεται συνδυασμός των δύο προηγούμενων (μεικτόν σύστημα), του αίματος κατέχοντος πάντως πρωτεύουσαν θέσιν. Επιστημονικώς τυγχάνει και το ορθότερον…".
Ως προς την κτήση της ιθαγενείας δια πολιτογραφήσεως, η ελληνική νομοθεσία της δεκαετίας του 1920, ο πολιτογραφούμενος: "Υποχρεούτο να δώση ενώπιον του νομάρχου τον όρκον του Έλληνος Πολίτου έχοντα ούτω: "Οκρίζομαι να φυλάττω πίστιν εις την πατρίδα και το δημοκρατικόν πολίτευμα και υπακοήν εις το Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους".
Προχωρώντας διαβάζουμε: "Ο αλλοδαπός καθίσταται Έλλην από της δόσεως του όρκου. Ο νομάρχης εξάλλου δύναται να έχει το δικαίωμα να απορρίψη αίτησιν περί πολιτογραφήσεως εφ' όσον υπάρχουσι σοβαροί λόγοι δικαιολογούντες τούτο, ως λ.χ. αν ο αιτών είναι επικίνδυνος εις την δημόσιαν ασφάλειαν".
Τέλος, η τότε νομοθεσία, είχε συστήσει το "Συμβούλιον Ιθαγένειας", το οποίο αποτελούσαν ανώτατοι δικαστικοί, καθηγητές ΑΕΙ και ανώτατοι διοικητικοί παράγοντες με αποστολή "την επίλυσιν των σχετικών ζητημάτων ιθαγένειας" (τα στοιχεία αυτά καταγράφονται στη "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" του Π. Δρανδάκη, τόμ. ΙΒ' (Δωδέκατος), στο λήμμα Ιθαγένεια).
Έτσι, λοιπόν, ρυθμιζόταν, χονδρικά, το ζήτημα τις ιθαγένειας από την ελληνική νομοθεσία στη δεκαετία του ’20, κατά την οποία το ελληνικό κράτος είχε να αντιμετωπίσει και το μέγιστο πρόβλημα του ξεριζωμένου Ελληνισμού της Μικρασίας.
Τότε, μέσα στα εθνικά ερείπια, οι φορείς του κράτους είχαν μέσα στην ψυχή τους περισσότερη Ελλάδα και περισσότερο πατριωτισμό από τους πολιτικάντηδες της μεταπολίτευσης, οι οποίοι με τις παροχές και την κοπριτοκρατία και στο όνομα ενός νοσηρού προοδευτισμού αφυδάτωσαν την έννοια και την ουσία της πατρίδος.
Μιας πατρίδος της οποίας αλλοίωσαν την εθνική σύνθεση με αθρόες πολιτογραφήσεις στίφη λαθρομεταναστών,στους οποίους μάλιστα δόθηκε και το δικαίωμα ψήφου στις περασμένες δημοτικές εκλογές.
Πρόκειται για μια σκαστή παρανομία του ΠΑΣΟΚ, την οποία ευτυχώς το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματική (την απόφαση αυτή σχολίασα σε προηγούμενο σχόλιό μου).

Δεν υπάρχουν σχόλια: