Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Ιταλικό ανάχωμα για τη γερμανική ηγεμονία στην Ευρώπη

Γράφει ο Σταύρος Λυγερός

ΟΙ ΔΕΔΗΛΩΜΕΝΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ του Βερολίνου και συνολικά του ευρωιερατείου για την έκβαση των εκλογών στην Ιταλία άρχισαν να μετατρέπονται σε εφιάλτη όταν το βράδυ της περασμένης Δευτέρας τα αποτελέσματα ξεπέρασαν και τους χειρότερους φόβους τους. Οι Ιταλοί τίναξαν στον αέρα το σενάριο σύμφωνα με το οποίο η βολική Κεντροαριστερά του Μπερσάνι θα συγκυβερνούσε με τον αγαπημένο των ευρωπαϊκών αρχουσών ελίτ Μόντι και μάλιστα κατά τρόπο που να μην αμφισβητεί το κυρίαρχο δόγμα οικονομικής πολιτικής.

Η εντυπωσιακή επάνοδος του Μπερλουσκόνι στο κέντρο της πολιτικής σκηνής (οριακά πίσω από τον κεντροαριστερό συνασπισμό) και κυρίως η πρωτοφανής εκλογική εκτόξευση του μεταμοντέρνου Κινήματος Πέντε Αστέρων (περίπου 25%) εκφράζουν έναν κοινό παρονομαστή: την αντίθεση των Ιταλών στην πολιτική της μονοδιάστατης λιτότητας, η οποία πνίγει τις οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Μια αντίθεση, μάλιστα, η οποία για πρώτη φορά σπάει το ταμπού και αμφισβητεί την παραμονή της Ιταλίας στην ευρωζώνη. Υπενθυμίζουμε ότι ο μεν Γκρίλο έχει ταχθεί κατηγορηματικά εναντίον του ευρώ, ο δε Μπερλουσκόνι έθεσε ως όρο για την παραμονή της Ιταλίας την απεμπλοκή από τη μονοδιάστατη λιτότητα.

Αυτή τη φορά το ευρωιερατείο δεν έχει απέναντί του εξαρτημένες και φοβισμένες περιφερειακές κοινωνίες. Για να επιβάλει άνευ όρων στην ελληνική κοινωνία την πολιτική του, την απειλούσε ότι θα την πετάξει εκτός ευρώ. Με την αμέριστη βοήθεια των εγχώριων σημαιοφόρων του μνημονίου, βεβαίως, είχε φροντίσει να ταυτίσει την έξοδο από την ευρωζώνη με το χάος. Στην περίπτωση της Ιταλίας, όμως, έχουμε το αντίστροφο. Αυτοί που απειλούν με έξοδο δεν είναι το Βερολίνο και οι Βρυξέλλες, αλλά, με την ψήφο της, η πλειονότητα των Ιταλών. Οι συχνά υστερικές αντιδράσεις των κατεστημένων ΜΜΕ είναι το αλάνθαστη σημάδι της στρατηγικής αμηχανίας στην οποία έχει περιέλθει το ευρωιερατείο. 

Ο υποψήφιος των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών για την καγκελαρία Στάινμπρουκ, μάλιστα, δεν κατάφερε να κρατήσει την ψυχραιμία του. Χαρακτήρισε τους Μπερλουσκόνι και Γκρίλο όχι μόνο λαϊκιστές, αλλά και κλόουν, αποκαλύπτοντας για άλλη μία φορά την τάση της γερμανικής άρχουσας ελίτ να αντιδρά βίαια όταν κάποιοι της χαλάνε τα σχέδια.

Το μείγμα αλαζονείας και δογματισμού εμποδίζει τον Στάινμπρουκ και τη Μέρκελ να αντιληφθούν ότι η αιτία που οι δύο Ιταλοί «κλόουν» σημείωσαν τόσο εντυπωσιακές εκλογικές επιδόσεις είναι η ιδιοτελής και καταστροφική για την ευρωπαϊκή περιφέρεια πολιτική του Βερολίνου. Δεν έχουν καν τη δικαιολογία της πρώτης φοράς. Το ίδιο φαινόμενο με διαφορετική μορφή είδαμε στην Ελλάδα, στις εκλογές του περασμένου Μαΐου και Ιουνίου. Απλώς, εδώ η αντισυστημική ψήφος διοχετεύθηκε κυρίως στον αριστερό ΣΥΡΙΖΑ και δευτερευόντως στη Χρυσή Αυγή, ενώ στην Ιταλία διοχετεύθηκε στον Γκρίλο και στον απόβλητο από τα ευρωπαϊκά σαλόνια Μπερλουσκόνι. Μία άλλη εκδοχή του ίδιου φαινομένου θα δούμε και σε όποια άλλη χώρα της ευρωπαϊκής περιφέρειας προσφύγει στις κάλπες.

Ανεκτή λύση

Μετά την ψυχρολουσία, το ευρωιερατείο προσπαθεί -με τη βοήθεια των πιέσεων που ασκούν οι αγορές- να καθοδηγήσει τις διαβουλεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης προς μία ανεκτή λύση. Και ανεκτή λύση είναι ένα κυβερνητικό σχήμα που δεν θα αποκλίνει πολύ από τη γραμμή της κυβέρνησης Μόντι. Γι’ αυτό και δεν θα προκαλέσει έκπληξη εάν Ευρωπαίοι αξιωματούχοι που μέχρι τώρα μιλούσαν απολύτως απαξιωτικά για τον Μπερλουσκόνι αρχίσουν να ανακαλύπτουν την υπευθυνότητα του «κλόουν», με σκοπό να τον ρυμουλκήσουν στον «ίσιο δρόμο».

Με δεδομένο τον καιροσκοπισμό του αρχηγού της ιταλικής Δεξιάς, κάθε πρόβλεψη είναι παρακινδυνευμένη. Το μόνο σίγουρο είναι ότι σ’ αυτή τη φάση η πορεία της ευρωζώνης θα κριθεί στην Ιταλία. Εάν η νέα ιταλική κυβέρνηση αμφισβητήσει εμπράκτως το κυρίαρχο οικονομικό δόγμα, το Βερολίνο θα υποχρεωθεί να επανεξετάσει τη στρατηγική του.

Εάν αντιθέτως, λόγω των πιέσεων, η νέα ιταλική κυβέρνηση προσαρμοσθεί, το ευρωιερατείο θα παρακάμψει τη βούληση του ιταλικού λαού. Ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση, όμως, το μόνο που θα έχει επιτύχει είναι να κερδίσει χρόνο. Το πρόβλημα θα επανεμφανισθεί, και μάλιστα με οξύτερη μορφή, όποτε οι πολίτες μιας χώρας της ευρωπαϊκής περιφέρειας βρεθούν στις κάλπες.

Μεταμοντέρνα «φεουδαρχία» και μεταμοντέρνος λαϊκισμός

Η ΕΠΙΘΕΣΗ που, στο όνομα της δημοσιονομικής αρετής, έχουν εξαπολύσει οι άρχουσες ευρωπαϊκές ελίτ εναντίον του γλίσχρου εισοδήματος των μικρομεσαίων τάξεων αποπνέει τη δυσάρεστη οσμή ενός μεταμοντέρνου «φεουδαρχισμού». Εύποροι και διαπλεκόμενοι πολιτικοί ταγοί, από κοινού με την ολιγαρχία του χρήματος και με τα κατεστημένα ΜΜΕ, μπορούν χωρίς αιδώ να διαλαλούν ότι μισθοί της τάξεως των 800 ή και 600 ευρώ είναι υψηλοί και πρέπει να περικοπούν.

Η πολιτική αυτή ήταν αναπόφευκτο να προκαλέσει κοινωνικές αντιστάσεις. Οντας ένας εκ των δύο πυλώνων αυτού του συστήματος και έχοντας υποκύψει στην κρυφή γοητεία του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης, η ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά ούτε θέλει ούτε μπορεί να υπερασπίσει το κοινωνικό κράτος και να εκφράσει πολιτικά τα θύματα της μονοδιάστατης λιτότητας. Το παραδοσιακό γραμμικό ιδεολογικοπολιτικό σχήμα έχει χάσει μεγάλο μέρος από τη σημασία του.

Οι άρχουσες ελίτ συνήθως καταγγέλλουν τις εκδηλώσεις αντίστασης ως λαϊκισμό. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι η αναπόφευκτη κοινωνική αντίδραση στην ασκούμενη οικονομική βία. Μ’ αυτή την έννοια, η μαζική ψήφος υπέρ του Γκρίλο είναι απολύτως πολιτική. Δεν είναι ούτε δεξιά ούτε αριστερή. Είναι μια πολιτική επιλογή έξω από το «κουτί» του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος. 

Με άλλα λόγια, ο μεταμοντέρνος λαϊκισμός του Γκρίλο είναι η αναπόφευκτη απάντηση στη μεταμοντέρνα «φεουδαρχία» που επιβάλλουν οι άρχουσες ελίτ.

www.real.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: