Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Να πιστεύουμε στην Ελλάδα

Του Νίκου Χιδίρογλου
Πόσοι πιστεύουν σήμερα σε κάτι; Πόσοι πιστεύουν ώστε να παραμένουν αγνοί; Τα ερωτήματα μπορεί να φαντάζουν ρητορικά, αλλά είναι και καθ’ όλα ουσιαστικά, ειδικά σήμερα που αμφισβητούνται πολλά. Διαβάζοντας το βιβλίο «Τι πιστεύω» (εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013) της κορυφαίας Ελληνίστριας Jacqueline de Romilly, η οποία απεβίωσε το 2010, γυρίζουμε πίσω στα βασικά:
«Η φράση ‘τι πιστεύω’, σηματοδοτεί για πολλούς μια πίστη, θρησκευτική ή θετικιστική, που περιλαμβάνει μια θεωρία για την εξέλιξη της ζωής και για τους έσχατους στόχους του ανθρώπου. Ομολογώ ότι δεν νιώθω αρκετή σιγουριά σ’ αυτό το πεδίο ώστε να εκθέσω τις απόψεις μου, τις τόσο αβέβαιες και μεταβαλλόμενες.
Αλλά πιστεύω σε κάτι... Η ζωή δεν μου φαίνεται άξια να βιωθεί αν δεν περιέχει μια τέτοια διάσταση. Μάλιστα δεν δείχνω ανεκτικότητα σε όσους στερούνται οποιασδήποτε πίστης και οποιουδήποτε στόχου. Κι αυτό είναι ελληνικό. Η Αντιγόνη αποτελεί ένα σύμβολο για τούτη την απαίτηση. Η Αντιγόνη πεθαίνει επειδή θάβει τον αδελφό της. Γιατί;
Διότι τον αγαπούσε φυσικά. Διότι πίστευε ότι οι νεκροί υπάρχουν κάπου και περιμένουν – είναι μια πεποίθηση κι αυτή. Προπάντων όμως επειδή ‘πίστευε’ στους άγραφους νόμους των θεών’: κι απ’ αυτό αναδύεται η ανάγκη να ζει κανείς όχι μόνον για κάποιον αλλά για κάτι».
Η ΛΑΜΨΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΜΑΣ
Η Romilly, η οποία όταν μιλά για την Ελλάδα, αναφέρεται «στη χώρα που ξέρει να μας υπενθυμίζει να ‘κοιτάμε το φως’», μιλά για την ευγένεια και υπογραμμίζει πως «οι Έλληνες σέβονταν τον άνθρωπο και είχαν την έμφυτη αίσθηση μιας κάποιας ισότητας. Ακόμα και σήμερα, οι απλοί άνθρωποι στην Ελλάδα παραμένουν εκπληκτικά ευγενικοί, φιλόξενοι και γενναιόδωροι». Μας λέει, δε, πράγματα και δη κολακευτικά, που κανονικά όμως θα έπρεπε να μας κάνουν να ντραπούμε για το ηθικό χάλι στο οποίο έχουμε περιέλθει:
«Αυτή η πυρετώδης αναζήτηση των Ελλήνων σε όλους τους τομείς εξηγεί τη λάμψη του πολιτισμού τους στην οποία πιστεύω και η οποία, με ταπεινό αλλά πεισματικό τρόπο, γεμίζει τη ζωή μου».
Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι αν εμείς οι Έλληνες της σήμερον πιστεύουμε σε κάτι και αν αναζητούμε το φως. Αν έχουμε συνειδητοποιήσει πως ΟΛΕΣ οι απαντήσεις για τα σημερινά μας δεινά, βρίσκονται στην πλουσιότατη αρχαιοελληνική γραμματεία. Η οποία, φυσικά, αναδεικνύει ακόμα και σήμερα την ανωτερότητά της, έναντι του στεγνού όσο και στυγνού ορθολογισμού που επικράτησε στη Δύση, ιδιαίτερα μετά το ιστορικό δυστύχημα που όλοι γνωρίζουν ως Γαλλική Επανάσταση:
«Η λογική των Ελλήνων, η τόσο ενεργητική στο να διεκδικεί το ευρύτερο δυνατό πεδίο δράσης, δεν συγκρίνεται με τον συστηματικό ορθολογισμό του Διαφωτισμού. Ο Ηρόδοτος, που είναι ανοιχτός σε όλα και αναζητεί με έντιμο τρόπο τον διαχωρισμό του αληθοφανούς από το μη αληθοφανές, παραδέχεται τη θεϊκή παρέμβαση. Ο Θουκυδίδης ακινητοποιείται μπροστά στο ρόλο της τύχης. Η τραγωδία μας βοηθάει να καταλάβουμε την αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στο μυστήριο της μοίρας του. Στα οξυδερκή επιχειρήματα του Πλάτωνα υπεισέρχονται ο μύθος και όλες οι εικόνες της μύησης».   
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΝΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ
Η κορυφαία Ελληνίστρια τονίζει επίσης, θέτοντας φυσικά και όρια, πως «η δυναμική επιστροφή του ανορθολογικού και του ασυνείδητου, εδώ και μερικές δεκαετίες, θα μας οδηγήσει σε ευρύτερους δρόμους και σε μεγαλύτερη ποικιλία... Πιστεύω ότι η καταφυγή στο ανορθολογικό, στα όνειρα, στις διαισθήσεις, στις αποκαλύψεις πρέπει να ενισχύσουν την κατανόησή μας. Η βουτιά στα βάθη δεν έχει νόημα αν ο δύτης αποτύχει να ξαναβγεί στην επιφάνεια». 
Όπως υπογραμμίζει η Jacqueline de Romilly, «καθώς εξελισσόταν, η ελληνική σκέψη γινόταν όλο και πιο απαιτητική. Αυτό που στον Σοφοκλή ήταν η λάμψη μιας θεϊκής αναμονής, στον Πλάτωνα, μισό αιώνα αργότερα, ήταν η λάμψη της ιδέας του Καλού. Μια σχεδόν αφόρητη φωτοχυσία!
Για τον Πλάτωνα, ό,τι είναι ο ήλιος για τα υλικά πράγματα, είναι η ιδέα του Καλού για όσα δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Κοιτώντας κατάματα το φως, πονάνε τα μάτια μας και τυφλωνόμαστε. Στην αλληγορία του σπηλαίου ο Πλάτωνας φαντάζεται την αργή άνοδο των πνευμάτων προς την ιδέα του Καλού σαν την έξοδο των φυλακισμένων που μια μέρα βγαίνουν στο φως και που θα έπρεπε να εκπαιδεύσουν βαθμιαία το βλέμμα τους προτού μπορέσουν να αντικρίσουν τον ήλιο. Αυτή η εκπαίδευση συνίσταται στη στροφή του ματιού της ψυχής προς την ιδέα του Καλού ώστε το πνεύμα να μπορέσει να υποφέρει τη θέα του». 
Η ΑΜΗΧΑΝΙΑ
Πάντα αισθανόμουν μια αμηχανία όταν διάβαζα για τη δουλειά ξένων ελληνιστών, δουλειά η οποία, αν και δεν ήταν αυτό το ζητούμενο, απεδείκνυε την πνευματική ένδεια στη χώρα μας. Τη χώρα μας, το φως της οποίας υμνούν οι λόγιοι της Δύσης εδώ και χιλιετηρίδες. Αυτό και μόνο, δεν έχει συνειδητοποιηθεί από την (στρατευμένη αριστερόστροφη) διανόηση της χώρας μας, που έχοντας απορρίψει ο,τιδήποτε περιέχει ανορθολογικά στοιχεία, έχει γυρίσει κατά πολύ την πλάτη της στην αρχαιοελληνική πραγματεία.
Η Γαλλίδα Ελληνίστρια πρότεινε μια νέα μορφή ανθρωπισμού, που συνδυάζει τον ορθολογισμό με την κατανόηση του άλλου, κατανόηση όμως που είναι εφικτή μόνο μέσα από τη χρήση εργαλείων που υπερβαίνουν το στενό ορθολογιστικό πλαίσιο και βοηθούν τον σύγχρονο διανοητή να καταδυθεί στην ψυχή του ανθρώπου και να τον κατανοήσει. Όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, «ο κάθε άνθρωπος έτσι γίνεται ο πρωταγωνιστής της περιπέτειας της δικής του ζωής και συμμετέχει ενεργά στη μεγάλη περιπέτεια της ανθρωπότητας». 

www.elora.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: