Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

Η ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΟΣΗΡΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ


Του Αντωνίου Α. Αντωνάκου

Καθηγητού-΄Κλασσικού Φιλολόγου
Ιστορικού-Συγγραφέως
Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ενημερώσεως Εθνικών Θεμάτων

Ας ξεκαθαρίσουμε, αγαπητοί φίλοι, κάποια πράγματα, αν και θα έπρεπε να τα θεωρήσουμε εκ των προτέρων ως αυτονόητα. "Δήμος" είναι ο λαός. "Κοινοβουλευτικός Δήμος", όμως είναι ένας λαός, ο οποίος εκχωρεί διά της ψήφου του το δικαίωμα τού "διοικείν" και "αποφασίζειν" σε κάποιους άλλους, κατά κανόνα ανικάνους. Σε ολιγάρχες ή σε "ονόματα"! Πράγματι, οι κοινοβουλευτικοί ανήκουν 1) Σε ολιγάρχες, δηλαδή σε απογόνους πέντε δέκα πολιτικών τζακιών (τις περισσότερες φορές χωρίς πολιτική καμινάδα) και σε άλλους τόσους τραπεζιτών ή εφοπλιστών. 2) Σε τραγουδιστές, ποδοσφαιριστές, καλαθοσφαιριστές, σε θεράποντες της υποκριτικής, "πανεπιστημιακούς" της συμβατικής ιστορίας, συνδικαλιστές δημαγωγούς. Η δεύτερη κατηγορία κατά κανόνα (με τις ελάχιστες εξαιρέσεις που τον επιβεβαιώνουν) ανήκει σε μία ομάδα δευτεροκλασάτων ηγετίσκων, η οποία έχει "κομματική υποχρέωση" να ψηφίζει τις αποφάσεις τής πρώτης πολιτικής κατηγορίας, η οποία με την σειρά της λαμβάνει εντολές κατ’ ευθείαν από τους κοσμοεξουσιαστές. Τω όντι, οι μοιραίοι αυτοί κοινοβουλευτικοί άνθρωποι, με διάφορες σοφιστικές μεθόδους, εξαπατούν τον λαό, στην προσπάθεια τους να υφαρπάξουν την ψήφο του, αδιαφορώντας αν με την μέθοδο αυτή της ευτέλειας και της ποταπότητας, υπονομεύουν το μέλλον τών επομένων γενεών ωθώντας τες στην καταστροφή, την υποδούλωση και τον εξανδραποδισμό.
Τι κι αν ο μεγάλος φιλόσοφος Καντ, γράφει, για το ανεπίτρεπτο των γενεών να κληροδοτούν στις επερχόμενες γενεές, βάρη και δεσμεύσεις, που δεν τους ανήκουν και δεν τους πρέπουν. Τι κι αν ο ιδρυτής τού Κριτικού Ιδεαλισμού είχε πει ότι "μια γενιά δεν επιτρέπεται να κληροδοτήσει στις επόμενες περισσότερες αμετάκλητες δεσμεύσεις απ’ όσες βρήκε" (Manfred G. Schmidt "Θεωρίες τής Δημοκρατίας, σελ. 321, εκδ. Σαββάλας"). Οι κοινοβουλευτικοί τα αγνοούν και πράττουν τα αντίθετα με μια άνεση, στηριγμένη στην ακλόνητη πεποίθηση ότι ουδέποτε θα τους ζητηθεί ευθύνη, ουδέποτε θα κληθούν να λογοδοτήσουν. Και το χειρότερο: με σοφιστικά τεχνάσματα δημιουργούν προς πάσα κατεύθυνση την απαράδεκτη, επιλήψιμη και καταστροφική βεβαιότητα ότι οι πολίτες, από την στιγμή που τους ψήφισαν, τους εξουσιοδότησαν εν λευκώ να πράξουν ό,τι επιθυμούν, ακόμη και να δράσουν υπονομευτικά εναντίον του μέλλοντος των παι­διών τους (!), αθωώνοντας με εκπληκτική ευκολία τους εαυτούς τους με το πονηρό αλλά αμάχητο επιχείρημα ότι έκαναν - όπως όλοι οι άνθρωποι - κάποιο λάθος. «Λάθος» που δύνανται στρεψοδικώντας να το διαπράξουν αμέτρητες φορές, φορώντας του κάθε φορά και διαφορετικό μανδύα...
Ο Θέμος Γκουλιώνης, στο έργο του "Δημοκρατία, αυτή η άγνωστη", για το οποίο  κάναμε λόγο στο προηγούμενο άρθρο μας, γράφει ότι «η εποχή μας βιώνει τον κοινοβουλευτισμό ως νόσο που πα­σχίζει να κτίσει - όπως και ο άρρωστος οργανισμός - την προστατευτική του "φυσιολογία". Κραυγάζει προσπαθώντας να πείσει ότι δεν είναι ολιγαρχία αλλά και ότι είναι (άκουσον άκουσον) δημοκρατία, όπως ο ανή­θικος προσπαθεί να πείσει τους άλλους αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του ότι είναι ηθικός. Και βρίσκει απίθανα τερτίπια για να δικαιολογήσει πράξεις πονηρές ως πράξεις εξαναγκαστικές που σκοπούσαν στην άμυνα του, από αντίστοιχες δράσεις των αντι­πάλων του. Η εμπλοκή όμως των διεκδικητών τής εξουσίας σε συνεχή παιχνίδια με κυρίαρχο χαρακτηριστικό την υποκρισία, δεν επι­δέχεται ωραιοποιήσεις ή παιδαριώδεις εκλογικεύσεις, και η φράση του ελληνοσπουδασμένου Μ. Βασιλείου, "εν αμίλαις πονηραίς αθλιότερος ο νικήσας", αποκαθιστά την τάξη βάζο­ντας με απίστευτη άνεση τα πράγματα στην θέση τους.
Αυτή όμως η "μεγαλοφυής" σύλληψη της ιδέας τού κοινο­βουλευτισμού, φρόντισε να κατασκευάσει ένα σύστημα το οποίο κάπως να μοιάζει επιφανειακά με την δημοκρατία, απο­κτώντας δι’ αυτού του τρόπου την έξωθεν καλή μαρτυρία. Σε δεύτερο χρόνο παγίδευσε με μαεστρία τα μυαλά των ανθρώ­πων, ώστε, ενώ βιώνουν ακραίας μορφής ολιγαρχία, η οποία εκ­φράζεται μέσα από απροκάλυπτη οικογενειοκρατία, αναξιο­κρατία, και φασίζοντα νεποτισμό, να διατηρούν την πεποίθηση ότι ζουν σε καθεστώς δημοκρατίας. Βλέπουν τους ηγέτες τους να ψηφίζουν νόμους που τους προστατεύουν από τους νόμους, οι οποίοι ισχύουν για όλους τους άλλους πολίτες και παρακολουθούν αυτό το απαίσιο γεγονός ως μία από τις εκδηλώσεις της ... δημοκρατίας. Ακόμη και γι’ αυτή τους την αποκοτιά, οι κοινοβουλευτικοί έχουν επί πλέον κτίσει πανίσχυρα τείχη ψυχολογικής προστασίας, που δικαιολογούν τα πάντα παρουσιάζο­ντας τους από θύτες σαν θύματα. Και η θλιβερή διαπίστωση είναι ότι κατ’ επανάληψιν και δια μακρότατο χρονικό διάστημα, πεί­θουν τους πάντες ότι έτσι πρέπει να λειτουργεί η δημοκρατία!»
Ένα ακόμη καταπληκτικό "αστείο", για το οποίο πολλοί ιστορικοί στο μέλλον θα κάνουν διδακτορικές διατριβές, σχετίζεται με τους φερόμενους (του συστήματος) ως "καταλληλότερους". Πράγματι, οι στημένες δημοσκοπήσεις βγάζουν τους πλέον ακατάλληλους ως καταλληλότερους, θεωρώντας τον λαό βλάκα και ηλίθιο (όχι ότι ένα μέρος δεν φέρεται τοιουτοτρόπως). Και μόλις ο λαός αποφασίσει διαφορετικά, ο καταλληλότερος γίνεται ακατάλληλος και ο μέχρι χθες ακατάλληλος γίνεται καταλληλότερος. Αλλά και η "προοδευτικότητα" μετατρέπεται σε πουριτανισμό ανάλογα με τις περιπτώσεις. Π.χ. στην Ιταλία, μόλις ο Μπερλουσκόνι μίλησε για επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, το σύστημα έπεσε πάνω του, εστιάζοντας όχι στην οικονομική πολιτική αλλά στο ότι διοργάνωνε πάρτυ κάνοντας τον επιβήτορα. Όταν όμως, κάποτε, ο μακαρίτης Ανδρέας έκανε παρόμοια, εκεί όλοι σιωπούσαν. Ο Ανδρέας, λέγανε, ασκούσε μαγνητισμό στον λαό (γι’ αυτό ίσως τον κατάντησε έτσι)! Όμως τον ορισμό της γοητείας τον έδωσε ο Γουσταύος Λε Μπόν στο έργο του «Η ψυχολογία των όχλων, σελ. 109» και είναι «ο μαγνητισμός που ασκεί ένα άτομο στο πνεύμα μας». Πράγματι, στην ολιγαρχία (η οποία εκφράζεται σήμερα δια του κοινοβουλευτισμού), και στην τυραννία, η γοητεία την οποία ασκούν οι εξουσιαστές, αποτελεί βασικό στοιχείο υπάρξεως αυτών τών καθεστώ­των. Αντιθέτως στην Δημοκρατία εξοστράκιζαν αμέσως, όποιον ασκούσε έστω και υπολανθάνον γόητρο προς τους συμπολίτες του, διότι αντιλαμβάνονταν τον θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεχε αυτό το μοναδικό σύστημα απρόσωπου διακυβερνήσεως της ανθρωπίνης κοινότητος από την ύπαρξη «γόητος».
Η θεωρητική λοιπόν ανάλυση μιας σημερινής χειροπιαστής πραγματικότητος αποβλέπει στην συνειδητοποίηση τής απουσίας (θελημένης ή αθέλητης) του λαού. Όλα αυτά τα αναφέραμε για να δείξουμε ότι ο κοινοβουλευτισμός είναι μία νόσος, που μόνη της φρόντισε να αποκαλυφθεί, να εκδηλωθεί και να βλαστήσει. Εμείς, όμως, οφείλουμε, όπως καταπολεμούμε μία νόσο, έτσι να πολεμήσουμε και αυτό το σάπιο πολιτικό σύστημα, με τα πληρωμένα φερέφωνα, τις πληρωμένες γραφίδες και τα παπαγαλάκια του. Οφείλουμε, όπως κάθε νοσηρό τμήμα, να το αποκόψουμε από το σώμα του ελληνικού λαού. Να δώσουμε σε αυτόν να καταλάβει ότι οφείλει να είναι όχι "ιδιώτης" αλλά ενεργός πολίτης. Και να επιμείνουμε στο να κατανοήσει ότι το καλλίτερο πολίτευμα πράγματι είναι η Δημοκρατία, μόνο που αυτή σήμερα δεν λειτουργεί. Και ο κοινοβουλευτισμός βγάζοντας στις ημέρες μας το προσωπείο του, μας έδειξε ότι δεν είναι Δημοκρατία, οπότε, σίγουρα, δεν είναι το καλλίτερο πολίτευμα. Απλώς είναι το σύστημα!



Δεν υπάρχουν σχόλια: