Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Η ανώνυμη εξουσία και η αδυναμία του λαού

gkremos
Του Βασίλη Βιλιάρδου
Η ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΞΟΥΣΙΑ: Ο λαός αδυνατεί να διαμαρτυρηθεί και να εξεγερθεί, επειδή δεν μπορεί να «ταυτοποιήσει» την εξουσία – οπότε χάνει τη συνείδηση του εαυτού του, αποδέχεται την αγελαία συμπεριφορά, δεν αναπτύσσει πρωτοβουλίες, απέχει και παύει να εξελίσσεται (upd)
Διδασκόμαστε να τηρούμε εκείνους τους άγραφους νόμους, οι οποίοι αντλούν το κύρος τους μόνο από την καθολική συναίσθηση του δικαίου. Είμαστε ελεύθεροι να ζούμε όπως ακριβώς επιθυμούμε, αλλά πάντοτε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τον οποιοδήποτε κίνδυνο” (Περικλής).

Άρθρο
Οι δυτικές κοινωνίες του 18ου και 19ου αιώνα ήταν αντιμέτωπες τόσο με λογικές, όσο και με παράλογες «εξουσίες», οι οποίες είχαν όμως ένα κοινό γνώρισμα: επρόκειτο για ανοιχτές εξουσίες, όπου όλοι γνώριζαν ποιος διατάζει και ποιος απαγορεύει – ο πατέρας, ό δάσκαλος, το αφεντικό, ο βασιλιάς, ο αξιωματικός, ο Θεός, ο νόμος, η ηθική συνείδηση κοκ.
Οι επιταγές ή οι απαγορεύσεις αυτές μπορεί να ήταν λογικές ή όχι, αυστηρές ή «χλιαρές» – ενώ είχε τη δυνατότητα κανείς να υπακούσει ή να μην υπακούσει. Εν τούτοις, γνώριζαν όλοι ότι υπάρχει μία εξουσία, ποια είναι αυτή η εξουσία, τι επιθυμεί, καθώς επίσης τι αποτελέσματα θα είχε η συμμόρφωση με τις εντολές της ή η ανυπακοή.
Σε αντίθεση με τότε, η σημερινή εξουσία είναι μία ανώνυμη εξουσία, όλο και πιο αόρατη, όλο και πιο απομακρυσμένη από το άτομο. Κατά παράδοξο δε τρόπο, όλοι συμμορφώνονται με τις επιταγές της – όπως θα έκαναν οι άνθρωποι, σε μία πολύ έντονα απολυταρχική κοινωνία.
Στην πραγματικότητα τώρα, κανένας δεν αποτελεί την εξουσία – αφού η εξουσία είναι «συνώνυμη» πλέον με τις οικονομικές ανάγκες, με το κέρδος, με τις αγορές, με τους δανειστές, με την κοινή λογική, με την κοινή γνώμη, καθώς επίσης με όλα όσα πράττει κανείς, σκέφτεται και αισθάνεται. Οι νόμοι δε αυτής της ανώνυμης εξουσίας είναι το ίδιο αόρατοι, όπως και οι νόμοι της αγοράς – παράλληλα, ακριβώς το ίδιο απρόσβλητοι.
Ποιος μπορεί λοιπόν να προσβάλλει το αόρατο; Ποιος μπορεί να εξεγερθεί κατά του κανενός; Ποιος είναι ο αληθινός εχθρός, για να αντιδράσει συλλογικά και να προστατεύσει τα δικαιώματα του ο λαός;
Κατ’ επέκταση, η αδυναμία που νοιώθουν οι σημερινοί πολίτες των περισσοτέρων δυτικών κρατών, σε σχέση με το πώς θα μπορούσαν να αντιδράσουν σε αυτά που τους επιβάλλονται, παρά τη θέληση τους, από κάποια αόρατη εξουσία, η οποία λειτουργεί όλο και πιο μακριά από τους ίδιους, «φορτώνοντας» τους με τις δικές της ενοχές, δεν είναι σε καμία περίπτωση ακατανόητη.
Στο παράδειγμα της Ελλάδας, παρά το ότι τα νοικοκυριά λεηλατούνται, η δημόσια περιουσία εκποιείται, μεγάλα μέρη του πληθυσμού εξαθλιώνονται και το κοινωνικό κράτος καταρρέει,χωρίς να μειώνεται το δημόσιο χρέος ή να φαίνονται στον ορίζοντα κάποιες ελπιδοφόρες προοπτικές για το μέλλον, ακόμη και οι αρχικές αντιδράσεις αποτελούν πλέον παρελθόν – γεγονός που τεκμηριώνει την ανικανότητα της κοινωνίας να λειτουργήσει πλέον ορθολογικά, μη έχοντας τη δυνατότητα να συγκεκριμενοποιήσει τον «εχθρό».
Την ίδια στιγμή, το βασικότερο όπλο εξουδετέρωσης της υγιούς λαϊκής αντίδρασης δεν είναι άλλο από το ότι, «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση» – ενώ οι Πολίτες δεν είναι καν σε θέση να καταλάβουν ότι, είναι αδύνατον το ίδιο το πρόβλημα να αποτελεί τη λύση: ότι δηλαδή, αυτό που τους παρουσιάζεται ως λύση, είναι το  πρόβλημα.
Περαιτέρω, όταν υπήρχε η ανοιχτή εξουσία, υπήρχε σύγκρουση και εξέγερση – κατά της παράλογης εξουσίας, το πρόσωπο της οποίας ήταν όμως γνωστό. Στη σύγκρουση αυτή, κατά τη διάρκεια της πάλης δηλαδή με την παράλογη εξουσία, αναπτυσσόταν η συνείδηση της ύπαρξης, του εγώ. Ένοιωθε την ατομικότητα του κανείς επειδή αμφέβαλλε, διαμαρτυρόταν, εξεγειρόταν – ακόμη και αν υποτασσόταν λοιπόν, αισθανόταν την ήττα, είχε επίγνωση της κατάστασης του.
Όταν όμως η εξουσία είναι ανώνυμη, αόρατη, ασαφής και απομακρυσμένη όπως, για παράδειγμα, το ΔΝΤ, η Τρόικα, οι Βρυξέλλες, οι αγορές κοκ., τόσο το άτομο, όσο και η κοινωνία δεν έχουν επίγνωση της υποταγής τους ή της ήττας τους – οπότε δεν εξεγείρονται και δεν αντιδρούν. Αντίθετα, αναζητούν «δικαιολογίες» για την κατάσταση τους, εφευρίσκοντας «θεωρίες συνωμοσίας της ελίτ», «δόγματα του σοκ» και διάφορα άλλα,τα οποία απλά διευκολύνουν την «αφομοίωση» – την καλύτερη «πέψη» δηλαδή της αδυναμίας τους.
Ειδικότερα, η στρατηγική «σοκ και δέος» εφαρμόζεται σε συμβατικούς πολέμους – όπως στο Ιράκ πρόσφατα, με τη μαζική επίθεση σε «χρόνο μηδέν» των αμερικανικών πολεμικών δυνάμεων, ταυτόχρονα με την «τρομοκρατία της εικόνας»: με τις καταστροφές δηλαδή, τις οποίες μετέδιδαν σκόπιμα οι ιρακινές τηλεοράσεις.
Στους σημερινούς οικονομικούς πολέμους όμως, η τακτική αυτή δεν είναι αντίστοιχα εφαρμόσιμη, αφού μεσολαβεί πάντοτε αρκετός χρόνος υγιούς αντίδρασης (έχουν περάσει ήδη τρία χρόνια στην Ελλάδα) – αρκεί φυσικά οι Πολίτες να αποφασίσουν οι ίδιοι να εξεγερθούν, «με αρετή και τόλμη». Πόσο μάλλον όταν δεν είναι υποχρεωμένοι να πάρουν τα όπλα για να αμυνθούν αλλά, απλά και μόνο, να απέχουν συλλογικά από τους χώρους εργασίας τους, να σταματήσουν ίσως τις τραπεζικές συναλλαγές τους κοκ.
Συνεχίζοντας, ο μηχανισμός με τον οποίο ασκείται η ανώνυμη εξουσία, είναι ο κομφορμισμός – η προσαρμογή δηλαδή ενός ατόμου στις απαιτήσεις και στους τύπους συμπεριφοράς της ομάδας, στην οποία ανήκει. Αναλυτικότερα, ο άνθρωπος έχει πεισθεί πως οφείλει να κάνει ότι κάνει ο καθένας, να συμμορφώνεται με το σύνολο, να μην είναι διαφορετικός και να μην ξεχωρίζει.
Επομένως, πρέπει να είναι πρόθυμος και να επιθυμεί να αλλάξει, ανάλογα με τις αλλαγές που επιβάλλονται – ενώ δεν πρέπει να αναρωτιέται κατά πόσο έχει δίκιο ή άδικο, αλλά κατά πόσο είναι προσαρμοσμένος με το σύνολο και δεν είναι ιδιόρρυθμος, διαφορετικός. Το μόνο πράγμα που παραμένει μόνιμα μέσα του, είναι η προθυμία αλλαγής και η «ηθική της αγέλης».
Σε τελική ανάλυση λοιπόν, το άτομο λειτουργεί με τον εξής λογικό παραλογισμό: “Κανένας δεν έχει εξουσία επάνω μου, εκτός από την αγέλη, από το κοπάδι καλύτερα του οποίου αποτελώ μέλος - αλλά και στο οποίο είμαι απόλυτα υποταγμένος”.
Η συγκεκριμένη «λογική» δεν αφορά μόνο τους κυβερνωμένους, αλλά και τους κυβερνώντες – οι οποίοι επίσης υποτάσσονται στο κοπάδι των μελών των κομμάτων τους, των εκλογέων, των αγορών κοκ., «αγόμενοι και φερόμενοι» από μία αόρατη εξουσία, χωρίς καμία αμιγώς δική τους πρωτοβουλία.
Στα πλαίσια αυτά, ο λαός αδυνατεί να διαμαρτυρηθεί και να εξεγερθεί δυναμικά, ατομικά ή συλλογικά, αφού δεν μπορεί να «ταυτοποιήσει» την εξουσία – οπότε χάνει τη συνείδηση του εαυτού του, αποδέχεται την αγελαία συμπεριφορά και παύει να εξελίσσεται ψυχικά ή διανοητικά.
Εδώ οφείλεται, σε κάποιο βαθμό βέβαια, η ανευθυνότητα και ο «παιδισμός» της πλειοψηφίας των σύγχρονων ανθρώπων - οι οποίοι είναι πλέον άβουλα «υποζύγια» των αγορών. Επίσης, η κοινωνική απομόνωση και η αδιαφορία για τα κοινά, όπως και το συνεχώς χαμηλότερο επίπεδο των βουλευτών σε όλες τις δυτικές χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωκοινοβουλίου – αφού κανένας υγιώς σκεπτόμενος άνθρωπος δεν θα αποδεχόταν να μετατραπεί σε «ετερόφωτο πιόνι», πόσο μάλλον να ευθύνεται για μία εξουσία που δεν ασκεί.
Στο παράδειγμα τώρα της Ελλάδας, όπου επικρατεί η σιωπή των αμνών και οι Πολίτες δεν εξεγείρονται κατά της κυβέρνησης τους (παρά το ότι υπεξαίρεσε την ψήφο τους με προεκλογικές υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν ποτέ, ενώ δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες τους, τους επιβάλλει δυσβάστακτα μέτρα, δεν τολμάει να αντισταθεί στους εισβολείς,διατηρεί ανέπαφο τον επαίσχυντο νόμο της «ασυλίας» των διεφθαρμένων πολιτικώνκοκ.), η αιτία είναι επίσης το ότι, η πραγματική εξουσία είναι αόρατη – αφού όποιο άλλο κόμμα κυβερνήσει, οι Πολίτες είναι πεπεισμένοι πως δεν πρόκειται να υπάρξει καμία ουσιαστική αλλαγή.
Ακόμη δε και αυτοί που αναζητούν απεγνωσμένα έναν νέο, «επαναστάτη» ηγέτη, έχουμε την εντύπωση ότι, δεν πιστεύουν πως μπορεί να υπάρξουν πραγματικές αλλαγές – επομένως, ότι δεν είναι καθόλου πρόθυμοι να τον συνοδεύσουν, στην «επικίνδυνη διαδρομή», την οποία υποχρεωτικά θα έπρεπε αυτός ο νέος ηγέτης να ακολουθήσει.
Αυτό που μάλλον επιζητούν είναι να φορτώσουν τις ευθύνες της δικής τους ήττας σε κάποιον άλλο – τον οποίο αργότερα, αφού θα αποτύχει «εκ των πραγμάτων», μη έχοντας την απαιτούμενη δική τους «συνδρομή», θα οδηγήσουν πιθανότατα στο «ικρίωμα».
Ολοκληρώνοντας, οφείλουμε ίσως να συμπληρώσουμε ότι, βιώνουμε αναμφίβολα μία «κατ’ επίφαση» δημοκρατία – αφού οι αποφάσεις λαμβάνονται πλέον ερήμην μας, ενώ χρησιμοποιούμαστε για να πληρώνουμε συνεχώς νέους φόρους, για τους οποίους εισπράττουμε όλο και λιγότερα ανταλλάγματα (κοινωνικές παροχές). Πρόκειται ουσιαστικά για μία «οικονομική δικτατορία», σε μεγάλο βαθμό αντίστοιχη με τον οικονομικό πόλεμο – με τις διαφορές τους να είναι ανάλογες.
Για παράδειγμα, όπως ο σημερινός οικονομικός πόλεμος δεν σκοτώνει με σφαίρες τους ανθρώπους, αλλά τους οδηγεί στην ανεργία, στη φτώχεια, στην εξαθλίωση, στο «λιμό» και στην αυτοκτονία, έτσι και η οικονομική δικτατορία δεν χρησιμοποιεί τα συμβατικά βασανιστήρια, για να επιβάλλει τους κανόνες της – αλλά την τρομοκρατία των ΜΜΕ, την παραδειγματική τιμωρία, τη σταύρωση δηλαδή σε κοινή θέα, το δημόσιο εξευτελισμό κοκ.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Όλα τα παραπάνω, τα οποία βασίζονται σε ένα κείμενο του E.Fromm, αποτελούν ίσως το μεγαλύτερο μειονέκτημα της Ευρωζώνης – πόσο μάλλον της Ευρώπης, εάν ενωθεί πολιτικά.Στην περίπτωση αυτή, ακόμη και η τυπική εξουσία θα ήταν πιο μακριά από τους ανθρώπους – με πολύ πιο οδυνηρά επακόλουθα για την εξέλιξη τους, για την ελευθερία και βέβαια για τη Δημοκρατία, έτσι όπως αυτά διαπιστώνονται στις Η.Π.Α.
Πολύ περισσότερο επειδή γνωρίζουμε επί πλέον ότι, όσο πιο μακριά είναι το υποκείμενο από το αντικείμενο, τόσο λιγότερο ηθικές είναι οι πράξεις του. Για παράδειγμα, αδιαφορούμε για τις άθλιες εργασιακές συνθήκες στην Ασία, με βάση τις οποίες αγοράζουμε πάμφθηνα τα ρούχα μας – αφού δεν ερχόμαστε σε καμία επαφή με τους ανθρώπους εκεί.
Επομένως οι πολιτικοί κίνδυνοι, στην περίπτωση που ολόκληρη η Ευρώπη θα κυβερνιόταν από τις Βρυξέλες, θα ήταν εξαιρετικά μεγάλοι – ενώ οι πράξεις των «ιθυνόντων» πολύ λιγότερο ηθικές. Παράλληλα, η διάχυση της εξουσίας τόσο στα εθνικά, όσο και στα υπερεθνικά κοινοβούλια, θα μείωνε κατά πολύ την όποια υπευθυνότητα τους – κάτι που ήδη διαπιστώνεται.
Αρκεί να σημειώσουμε ότι, οι εκτελέσεις ανθρώπων σε περιόδους πολέμων γίνονται πάντοτε από μία ομάδα στρατιωτών και ποτέ από έναν, έτσι ώστε να μην νοιώθει κανείς ότι έχει ο ίδιος την ευθύνη, για να κατανοήσουμε πόσο πιο εύκολη θα ήταν η «εκτέλεση» των λαών κατ’ εντολή ίσως των αγορών, από μία «συλλογική κυβέρνηση» – η οποία, εκτός των άλλων, θα ήταν σε απόσταση ασφαλείας.
Από οικονομικής πλευράς όμως, καθώς επίσης από γεωπολιτικής, κυρίως λόγω της παγκοσμιοποίησης, η αμυντική ένωση της Ευρώπης θεωρείται σχεδόν απαραίτητη. Εν τούτοις, θα πρέπει προηγουμένως να βρεθεί ένα σύστημα, το οποίο να εξασφαλίζει πράγματι στο λαό τις πολιτικές του ελευθερίες – οι οποίες οφείλουν να είναι ουσιαστικές και όχι τυπικές. Μία Ευρώπη των Πολιτών της, στην οποία όλοι θα συμμετέχουν ισότιμα, χωρίς ηγετικές βλέψεις, θα ήταν σίγουρα η λύση πολλών προβλημάτων – φυσικά όχι όλων.
Ανεξάρτητα τώρα από την επίτευξη ή μη των παραπάνω, εάν οι Πολίτες των επί μέρους κρατών δεν αποφασίσουν να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους, όχι για να την παραδώσουν σε μία άλλη ανώνυμη εξουσία ή σε κάποιον «προικισμένο» ηγέτη, αλλά για να τη διαχειριστούν μόνοι τους (άμεση δημοκρατία), τα όνειρά τους για ένα καλύτερο μέλλον τόσο των ίδιων, όσο και των παιδιών τους, θα παραμείνουν «όνειρα θερινής νυκτός» – όσο οδυνηρό και αν ακούγεται κάτι τέτοιο.
Παράλληλα, ο «παιδισμός» των Πολιτών, στον οποίο έχουμε αναφερθεί, καθιστά την πάμπλουτη Δύση εξαιρετικά ευάλωτη στις «επιθέσεις» άλλων, πολύ πιο φτωχών πολιτισμών, κυρίως δε αυτών που διέπονται από «πολιτικές θρησκείες» –  με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να χάσει η δύση κάποια στιγμή στο μέλλον την πρωτοκαθεδρία της στον πλανήτη, καταρρέοντας «ανατριχιαστικά».
Υστερόγραφο: Οι φυγόκεντρες δυνάμεις, οι οποίες αναπτύσσονται πλέον ραγδαία εντός της νομισματικής ένωσης είναι τεράστιες – ενώ οι «σπασμωδικές», προεκλογικές κινήσεις της καγκελαρίου, με βάση τις οποίες «αναθεωρεί» τις θέσεις της για την πολιτική λιτότητας, όταν παράλληλα προετοιμάζει το «Σχέδιο Β», είναι μάλλον «πυροτέχνημα».
Πολύ περισσότερο, όταν αναφέρει η Γερμανία ότι, θα ενισχύσει τις ελλειμματικές χώρες μέσω της κρατικής της τράπεζας επενδύσεων (Kfw), διαθέτοντας το ποσόν του 1 δις € – ένα κυριολεκτικά αμελητέο ποσόν, εάν το συγκρίνει κανείς με τα 150 δις € που διέθετε κάθε χρόνο, επί δέκα ολόκληρα έτη, μόνο για την αναδιάρθρωση της Α. Γερμανίας.
Περαιτέρω, με την αξιολόγηση της Ολλανδίας να έχει τεθεί ήδη υπό αμφισβήτηση (ανάλυση μας), όπως επίσης της Γαλλίας, με την Ισπανία να υποφέρει κάτω από το βάρος των τραπεζικών της προβλημάτων (επισφάλειες άνω των 200 δις €), με την Ιταλία να αναζητάει διέξοδο δανεισμού μέσω της πώλησης του χρυσού της και με την Αυστρία σε συνεχώς δυσκολότερη θέση (επισφαλή δάνεια των τραπεζών της στην Ανατολική Ευρώπη), η βιωσιμότητα του ευρώ δεν είναι πια αυτονόητη – πόσο μάλλον με την τραπεζική βόμβα μεγατόνων στα θεμέλια του ευρωσυστήματος.
Στα πλαίσια αυτά, η ελεγχόμενη επιστροφή όλων των χωρών μαζί στην αφετηρία (ανάλυση), οφείλει να γίνει αντικείμενο πολύ σοβαρών συζητήσεων – με την τελευταία ευκαιρία για το κοινό νόμισμα να είναι η επίλυση της κρίσης μέσω της ΕΚΤ (ανάλυση), σε συνδυασμό με τη ριζική καταπολέμηση των ευρωπαϊκών ασυμμετριών.Επίσης, με την αντιμετώπιση των προβλημάτων για τη Δημοκρατία, τα οποία θα προέκυπταν από μία ενδεχόμενη πολιτική ένωση της Ευρώπης (χωρίς την οποία είναι αδύνατη η μακροπρόθεσμη επιβίωση της).
Ολοκληρώνοντας, «γρίφο» αποτελούν οι κινήσεις της Τράπεζας της Ελλάδας, η οποία αυξάνει τις αγορές χρυσού (πηγή) – με πιθανό στόχο, όπως αναφέρεται, τη δημιουργία «συναλλαγματικών αποθεμάτων», για την περίπτωση της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ. Αν και δεν είναι η μοναδική τράπεζα, η οποία κινείται ανάλογα, οφείλει σίγουρα να μας προβληματίσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: