Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Τα κενά της ένοπλης δυτικής διπλωματίας στη Συρία

Του Σταύρου Λυγερού

ΜΠΟΡΕΙ Ο ΟΜΠΑΜΑ να ανέβαλε την επίθεση στη Συρία για να έχει την έγκριση του Κογκρέσου, αλλά είναι σαφές ότι οι πύραυλοι θα εκτοξευθούν. Εχοντας εκτεθεί, θα ήταν πλήγμα για το κύρος του εάν υπαναχωρούσε. Ούτε, όμως, και η επιλογή της επέμβασης θα τον αφήσει πολιτικά αλώβητο. Στην πραγματικότητα, η Ουάσιγκτον εισέρχεται σε έναν δρόμο χωρίς, ως μοναδική υπερδύναμη, να έχει εξασφαλίσει την επιτυχία των στόχων της.

Ο πρώτος λόγος είναι ότι η κυβέρνηση Ομπάμα δεν έχει προσκομίσει αξιόπιστα στοιχεία για την ενοχή του καθεστώτος Ασαντ. Το γεγονός ότι είναι καταπιεστικό δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη. Το τελευταίο διάστημα, μάλιστα, οι συριακές κυβερνητικές δυνάμεις έχουν αποκτήσει στρατιωτικό πλεονέκτημα, σε σημείο που ορισμένοι παρατηρητές εκτιμούσαν ότι η ζυγαριά πια είχε γείρει προς την πλευρά τους.

Με άλλα λόγια, το καθεστώς Ασαντ δεν είχε κανένα συμφέρον να χρησιμοποιήσει χημικά και να δώσει το αναγκαίο πρόσχημα σε όλους εκείνους που εδώ και καιρό πιέζουν για την πραγματοποίηση δυτικής στρατιωτικής επέμβασης. Η ανάλυση για το ποιος ωφελείται από τη χρήση χημικών δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη αθωότητας του καθεστώτος, αλλά οπωσδήποτε συνιστά μία ισχυρή ένδειξη.

Εκτός αυτού, όμως, έχουμε και τη δημοσιευθείσα έρευνα της ανταποκρίτριας του Associated Press στην Ιορδανία, η οποία αγνοήθηκε σκανδαλωδώς. Σύμφωνα με αυτή την έρευνα, τα χημικά όπλα δόθηκαν από τις σαουδαραβικές μυστικές υπηρεσίες σε ισλαμιστική οργάνωση και η έκρηξη προήλθε από λάθος ανταρτών που αγνοούσαν ότι το φορτίο ήταν χημικά.

Δεν είναι τυχαίο ότι, παρά την προπαγάνδα, οι δημοσκοπήσεις στις ΗΠΑ και στις ευρωπαϊκές χώρες δείχνουν ότι η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών είναι αντίθετη με την επέμβαση. Υπάρχει, άλλωστε, το προηγούμενο του Ιράκ, όταν αποδεδειγμένα πια η Ουάσιγκτον είχε εξαπατήσει τη δυτική κοινή γνώμη, προσκομίζοντας εν γνώσει της πλαστά στοιχεία ότι ο Σαντάμ Χουσεΐν διέθετε χημικά και βιολογικά όπλα.

Πέρα, όμως, από τη βασιμότητα ή όχι του ηθικού προσχήματος, που η αμερικανική και άλλες δυτικές κυβερνήσεις χρησιμοποιούν για να δικαιολογήσουν την επέμβαση, υπάρχει και ένα κρίσιμο πολιτικοστρατιωτικό ζήτημα: Ποιος είναι ο αντικειμενικός σκοπός αυτής της επέμβασης;
Ο πραγματικός λόγος που αποφασίσθηκε η επέμβαση είναι να αποτραπεί η διαφαινόμενη επικράτηση του καθεστώτος Ασαντ. Μια τέτοια εξέλιξη θα συνιστούσε ήττα για τη Δύση, για το Ισραήλ και, βεβαίως, για το σουνιτικό τόξο από την Τουρκία μέχρι τις μοναρχίες του Κόλπου. Αντιστρόφως, θα ενίσχυε δραστικά το Ιράν και τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο.

Από την άλλη πλευρά, η Δύση και το Ισραήλ δεν επιθυμούν στη μετα-Ασαντ Συρία να κυριαρχήσουν οι ακραίες φονταμενταλιστικές σουνιτικές οργανώσεις τύπου Αλ Νούσρα, που συγγενεύουν και συχνά συνδέονται με την Αλ Κάιντα. Στους κόλπους των Σύρων αντικαθεστωτικών υπάρχουν και δυτικότροποι φιλελεύθεροι και αριστεροί, αλλά στα πεδία της μάχης τον τόνο δίνουν κυρίως οι οργανώσεις που επιδίδονται σε ένα νομαδικό τζιχάντ (ιερός πόλεμος), επιδιώκοντας τη δημιουργία ενός ισλαμικού χαλιφάτου. Στη Συρία πολεμούν παλαίμαχοι μαχητές από τις πιο διαφορετικές μουσουλμανικές χώρες.

Η Δύση και το Ισραήλ προσπαθούν να επιτύχουν μία δύσκολη ισορροπία: Και να απομακρύνουν τον Ασαντ και να εμποδίσουν την κυριαρχία των φονταμενταλιστών. Ο Ομπάμα έχει εξαρχής οριοθετήσει τον χαρακτήρα και την έκταση της επέμβασης. Για λίγες ημέρες θα πληγούν εγκαταστάσεις, αλλά κανείς Αμερικανός στρατιώτης δεν θα πατήσει το πόδι του στο συριακό έδαφος.

Η επίθεση θα αποδυναμώσει δραστικά το καθεστώς. Είναι, όμως, μία τέτοια επιχείρηση ικανή να ανατρέψει τα στρατιωτικά και πολιτικά δεδομένα στη Συρία; Θα δικαιώσει τις ελπίδες των Αμερικανών ότι με τους βομβαρδισμούς θα επιτύχουν την απομάκρυνση του Ασαντ και μία βιώσιμη πολιτική διευθέτηση της αρεσκείας τους στο πλαίσιο μιας διπλωματικής διάσκεψης στη Γενεύη; Μόνο τα γεγονότα θα δείξουν εάν η Δύση και το Ισραήλ τελικώς θα τα καταφέρουν, ή αντιθέτως θα μετατρέψουν για τα καλά τη Συρία σε γεωπολιτική «μαύρη τρύπα».

Οι αποκλίνουσες επιδιώξεις Δύσης - Τουρκίας

Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΕΡΝΤΟΓΑΝ δεν έχει τέτοιες ανησυχίες. Εχει εμπλακεί ενεργά στον συριακό εμφύλιο, επειδή θεωρούσε δεδομένη την ανατροπή του καθεστώτος και ήθελε να αποκτήσει έλεγχο των εξελίξεων στη μετα-Ασαντ Συρία, ώστε να εξουδετερώσει αρνητικές γι’ αυτήν γεωπολιτικές παρενέργειες. Τέτοιες παρενέργειες είναι η παγίωση του κουρδικού κρατιδίου στη βορειοανατολική Συρία και η ενδεχόμενη παράκαμψη της Τουρκίας στην οδό του πετρελαίου προς τις δυτικές αγορές. Γι’ αυτό και με τις ευλογίες των Δυτικών η Αγκυρα ανέπτυξε στενές σχέσεις με τους σουνίτες αντικαθεστωτικούς αντάρτες, οι οποίες ελπίζει ότι θα της εξασφαλίσουν αποφασιστική επιρροή.

Μπορεί σ’ αυτή τη φάση η Δύση και το Ισραήλ να συμπορεύονται, αλλά είναι αμφίβολο εάν αυτή η συμπόρευση θα συνεχισθεί και την επόμενη ημέρα. Η Αγκυρα επιθυμεί την επιβολή ενός υπό τον έλεγχό της σουνιτικού καθεστώτος. Αντιθέτως, η Δύση και το Ισραήλ φαίνεται να επιδιώκουν μία διευθέτηση η οποία θα αφήσει χώρο στις εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες της Συρίας (σουνίτες πάνω από 50%, αλαουίτες πάνω από 10%, χριστιανοί πάνω από 10%, δρούζοι κ.λπ).

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή οι Κούρδοι (πάνω από 10% του πληθυσμού) έχουν δημιουργήσει ένα σταθερό κρατικό μόρφωμα στη βορειοανατολική Συρία και θα αγωνισθούν να παγιώσουν ένα καθεστώς κράτους εν κράτει, ανάλογο μ’ αυτό των Κούρδων στο βόρειο Ιράκ. Μία πολυκεντρική Συρία, άλλωστε, βολεύει τη Δύση και το Ισραήλ και επιπροσθέτως μπορεί να αποτελέσει μία βάση συμβιβασμού όχι μόνο στο εσωτερικό, αλλά και με τη Ρωσία.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο πόλεμος στη Συρία δεν είναι μόνο ένας πόλεμος για την εξουσία ανάμεσα στο καθεστώς Ασαντ και στους αντικαθεστωτικούς. Ούτε είναι μόνο ένας ευρύτερος ενδομουσουλμανικός πόλεμος (σιίτες εναντίον σουνιτών) που διεξάγεται στο συριακό έδαφος διά αντιπροσώπων. Είναι ταυτοχρόνως και ένας πόλεμος στον οποίο κρίνεται και η επιρροή των μεγάλων δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.


www.real.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: