Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Ανατολική Μεσόγειος:επιστρέφει η "Διπλωματία των Κανονιοφόρων"

Του Ταξχου ε.α Πολυχρόνη Ναλμπάντη, MPhil
Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας - ΙΑΑΑ, (INSTITUTE FOR SECURITY AND DEFENCE ANALYSIS - ISDA) 


Το ∆όγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου (∆ΕΑΧ), η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) και η «∆ιπλωματία των Κανονιοφόρων» («Gunboat Diplomacy») αποτελούν κρίσιμες αλληλοσυνδεόμενες έννοιες για τη στρατηγική ασφάλειας και άμυνας Ελλάδας-Κύπρου, και τη γεωπολιτική -γεωοικονομική διάσταση στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Το Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας - ΙΑΑΑ, (INSTITUTE FOR SECURITY AND DEFENCE ANALYSIS - ISDA), με το παρόν Κείμενο Εργασίας αναλύει τις παραπάνω παραμέτρους, που αφορούν τον σχεδιασμό του Στρατηγικού Πλαισίου Εθνικής Άμυνας – Ασφάλειας, και εκτιμά ότι στη συνέχεια θα αναπτυχθεί έντονος διάλογος για ανάλυση και σύνθεση μεταξύ της πολιτικής, στρατιωτικής, διπλωματικής και ακαδημαϊκής ελίτ της χώρας, μετά την αποκάλυψη της διαγραφής / αφαίρεσης του ∆όγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου (∆ΕΑΧ) από το κείμενο της Πολιτικής Εθνικής Άμυνας (ΠΕΑ) του 2011, από το ελληνικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ).
∆ΕΑΧ Ελλάδας – Κύπρου και τουρκικές - νατοϊκές αντιδράσεις
Η γνώση του δόγματος, η κατανόησή του και οι εφαρμογές του βοηθούν τη διαυγή σκέψη μέσα στην ομίχλη, το χάος και την ένταση μιας κρίσης, σύγκρουσης ή και πολέμου. Ο Sir Jullian Corbett το περιγράφει ως «ένα κοινό όχημα έκφρασης και ως ένα κοινό επίπεδο της σκέψης».
Ένα δόγμα καλύπτει πρωτίστως το στρατηγικό και σε ένα βαθμό, το επιχειρησιακό - τακτικό επίπεδο του στρατιωτικού σχεδιασμού, τόσο σε περίπτωση σύγκρουσης (υψηλής ή χαμηλής έντασης), όσο και τη χρήση της στρατιωτικής ισχύος στην ειρήνη. Σε γενικές γραμμές, ο κύριος σκοπός του δόγματος, σε όλα τα επίπεδα είναι να αποφέρει το μεγαλύτερο όφελος στις Ένοπλες ∆υνάμεις, που υποστηρίζουν την Εθνική Πολιτική της χώρας.
Άπαξ και το δόγμα διαμορφωθεί, έχει μια συνεχή επίδραση και επιρροή στις επιχειρήσεις «ρουτίνας» όλων των στρατιωτικών δυνάμεων. Στο στρατιωτικό – στρατηγικό επίπεδο, οι θεμελιώδεις αρχές πιθανώς να μεταβάλλονται πολύ σπάνια. Αντιθέτως, σε τακτικό επίπεδο, το δόγμα επηρεάζεται άμεσα από τρέχουσες προκλήσεις και δυνατότητες. Το τακτικό δόγμα καθορίζεται από την απειλή, το περιβάλλον, τον εξοπλισμό και την τεχνολογία.
Τα δόγματα δεν είναι στατικά, και δεν πρέπει να είναι, αλλά θα πρέπει να μεταβάλλονται ώστε να αντιμετωπίζονται νέες απειλές ή οποιεσδήποτε άλλες μεταβολές.
Η στρατιωτική ισχύς ακόμη και αν διατίθεται, εξαρτάται πώς θα χρησιμοποιηθεί από τον τρόπο σκέψης της κορυφής της πυραμίδας που λαμβάνει αποφάσεις, είτε πρόκειται για ένα άτομο ή για μια ευρύτερη γραφειοκρατία. Για παράδειγμα η ελληνική κυβέρνηση των τελευταίων ετών βασίζεται περισσότερο στα διπλωματικά μέσα και λιγότερο στη στρατιωτική δύναμη.
Επίσης, το δόγμα ορίζει τις θεμελιώδεις αρχές με τις οποίες οι στρατιωτικές δυνάμεις κατευθύνουν τις δράσεις τους για την υποστήριξη των αντικειμενικών σκοπών. Το δόγμα είναι επιτακτικό, αλλά απαιτεί κρίση στην εφαρμογή του, είναι δυναμικό και θα πρέπει να αναθεωρείται συνεχώς για να είναι επίκαιρο. Σε ένα μεταβαλλόμενο στρατηγικό περιβάλλον, απαιτείται να είμαστε έτοιμοι να αντιδράσουμε σε όλο το φάσμα της σύγκρουσης, αναβαθμίζοντας το δόγμα μας ώστε να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις του.
Το Νοέμβριο του 1993, διακηρύχθηκε από Ελλάδα και Κύπρο το ∆ΕΑΧ, με κύριο χαρακτηριστικό τον καθαρά αμυντικό του χαρακτήρα και στόχο την αποτροπή ή αντιμετώπιση κάθε επιθετικής ενέργειας, εναντίον του ενός ή και των δύο μερών. Με τη διακήρυξη του δόγματος, υπογραμμίστηκε με έμφαση η δέσμευση της Ελλάδας να θεωρεί ως αιτία πολέμου (casus - belli) οποιαδήποτε τουρκική απόπειρα προέλασης στην ελεύθερη Κύπρο. Η απόφαση των κυβερνήσεων Ελλάδας – Κύπρου, να προχωρήσουν σε αμυντική συνεργασία, ενόχλησε σφοδρά την Τουρκία, τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Γαλλία, και άλλες συμμαχικές χώρες. Η επιχειρηματολογία τους ήταν ότι από ελληνικής πλευράς δόθηκε στρατιωτικός χαρακτήρας στην επίλυση του Κυπριακού με συνέπεια να δυσχερανθούν οι προσπάθειες πολιτικής λύσης.
Όμως, η ανάγκη ενός δόγματος εκτεταμένης αποτροπής (extended deterrence) για την ασφάλεια της Κύπρου είναι επιβαλλόμενη, λόγω της συνεχούς κατοχής αλλά και των αναβαθμισμένων επιχειρησιακών δυνατοτήτων των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων εισβολής - κατοχής επί της Νήσου. Η Ελλάδα και η Κύπρος, ως δύο ανεξάρτητα κράτη του ΟΗΕ έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να μεριμνήσουν για την ασφάλειά τους, υπογράφοντας μια αμυντική συνεργασία, της οποίας ο χαρακτήρας είναι καθαρά αμυντικός. Αυτή η αμυντική συνεργασία - «αυτοάμυνα» δεν στρέφεται εναντίον ουδενός αλλά αμύνεται κατά παντός.

Η παραδοσιακή έννοια της αυτοάμυνας στο ∆ιεθνές ∆ίκαιο, θεμελιώθηκε στην υπόθεση Caroline, το 1837, η οποία αντιμετωπίζει μία ένοπλη επίθεση από ένα κράτος – δράστη (όπως το ερμηνεύει σήμερα ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών), ενώ θεωρεί οποιαδήποτε απάντηση ως απολύτως απαραίτητη, ανάλογη και άμεση, και κατά συνέπεια νόμιμη. Η υπόθεση Caroline αφορούσε το ομώνυμο πλοίο, που μετέφερε οπλισμό, κατά μήκος του ποταμού Νιαγάρα, για τον εξοπλισμό αντιφρονούντων ανταρτών κατά των Βρετανών,στον Καναδά. Οι βρετανικές δυνάμεις επιτέθηκαν και κατέλαβαν το πλοίο, του έβαλαν φωτιά και το έσπρωξαν στους καταρράκτες του Νιαγάρα. Ήταν μια πράξη αυτοάμυνας για τους Βρετανούς. Παρόλα αυτά, δεν έγινε αποδεκτή από την αμερικανική πλευρά και στις επακόλουθες διπλωματικές διαβουλεύσεις, ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών, Daniel Webster, έθεσε τους όρους του δικαιώματος της αυτοάμυνας: αμεσότητα, αναγκαιότητα και αναλογικότητα. Η επιχειρηματολογία του Webster, που επαναλήφθηκε σε γράμμα του 1841, που απεστάλη στους Βρετανούς, ανέφερε ότι το κριτήριο ήταν «αναγκαιότητα αυτοάμυνας, στιγμιαία και συντριπτική, μη αφήνοντας κανένα περιθώριο και χρόνο αντίδρασης».
Σήμερα, η προληπτική αυτοάμυνα είναι απαραίτητη και αναπόφευκτη.
Βασισμένη στη θεωρία, τη λογική και την αίσθηση της πραγματικότητας είναι αδύνατο να αποφευχθεί η πρόληψη. Το ερώτημα δεν είναι η αποδοχή ή η απόρριψή της. Η πρόκληση είναι να δημιουργηθούν οι καλύτεροι δυνατοί όροι για την έγκαιρη και ικανοποιητική υιοθέτησή της. Η συνεργασία και η πρόληψη είναι δύο διαφορετικά μέρη μιας στρατηγικής, η οποία αναγνωρίζει ότι η πρόβλεψη είναι κεντρικής σημασίας στο περιβάλλον ασφαλείας του 21ου αιώνα. Τούτο συμβαίνει επειδή απαιτείται έγκαιρη δράση από τη φύση της διεθνούς τάξης πραγμάτων και τη συντριπτική πλειοψηφία των συσχετιζόμενων με αυτήν απειλών, οι οποίες θα κλονίσουν τη σταθερότητα του συστήματος ή υποσυστήματος της διεθνούς κοινότητας. Η σταθερότητα διατηρείται καλύτερα μέσω της συνεχούς προετοιμασίας (την προληπτική αυτοάμυνα), παρά μέσω απάντησης σε προκλήσεις, όταν έχει ήδη κλονιστεί η διεθνής τάξη πραγμάτων.
Η συνεχής ενόχληση της Τουρκίας για το ∆ΕΑΧ (εκφραζόμενη πάντα σε διμερές και διεθνές επίπεδο), επιτρέπει την ερμηνεία ότι, αφενός μεν με τη στάση της εκτίθεται καθώς παρουσιάζεται ότι υπονομεύει τη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αναγκάζοντας την Ελλάδα και την Κύπρο να λάβουν και στρατιωτικά μέτρα. Αφετέρου δε, φαίνεται ότι θέτει ως στόχο τη συρρίκνωση της παρουσίας της Ελλάδας, ενός ναυτικού κράτους, στην Ανατολική Μεσόγειο, προσπαθώντας το Ψευδοκράτος της Βόρειας Κύπρου να τύχει περαιτέρω διεθνούς αναγνώρισης.
Η σχεδίαση και η εκτέλεση κοινών ελληνο-κυπριακών αεροναυτικών ασκήσεων στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Κρήτης – Ρόδου – Κύπρου, στην Ανατολική Μεσόγειο, και η διασύνδεσή τους με καθαρά αμυντικούς αντικειμενικούς σκοπούς έδινε αξιοπιστία στη νέα αυτή διμερή αμυντική συνεργασία. Η ίδια η Τουρκία, αντιμετωπίζει τον Ελληνισμό ως ενιαίο στόχο της, και συνδέει το Αιγαίο με την Κύπρο στους πολιτικούς της σχεδιασμούς εφαρμόζοντας την στρατηγική του εξαναγκασμού, των τετελεσμένων γεγονότων (fait-accompli) και του casus-belli.
Το ∆ΕΑΧ λειτουργεί σταθεροποιητικά μέσω της αποτροπής στην περιοχή και δεν αποτελεί εμπόδιο στις προσπάθειες εξεύρεσης μίας βιώσιμης, δίκαιης και λειτουργικής λύσης του Κυπριακού, αφού αποτελεί εξωτερική εξισορρόπηση (external balancing) στην υπάρχουσα τουρκική στρατιωτική απειλή.

Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι ότι η δυνατότητα υποστήριξης του ∆ΕΑΧ σε επιχειρησιακό επίπεδο, όταν διακηρύχθηκε το 1993, ήταν οριακή από κάθε πλευρά, ενώ σήμερα η κατάσταση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως βελτιωμένη σε ορισμένους κρίσιμους τομείς. Εκεί όμως που εντοπίζεται το πρόβλημα είναι στο ότι οι Ελληνικές Ένοπλες ∆υνάμεις την παρούσα περίοδο έχουν επιχειρησιακή έλλειψη κρίσιμων πλατφορμών μάχης αέρος-θαλάσσης για την επαρκή υλοποίηση του ∆όγματος, ενώ αντίθετα η Εθνική Φρουρά της Κύπρου απέκτησε (τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό) τις κρίσιμες υποδομές και τα μέσα για την εφαρμογή των κοινών επιχειρησιακών σχεδίων. Τελικά όμως το ∆ΕΑΧ απαξιώθηκε σε πολιτικό επίπεδο και από τα δύο κράτη, με τις διμερείς ασκήσεις να διεξάγονται επί χάρτου και το τραγικό - επικίνδυνο για την παρούσα χρονική περίοδο είναι η αφαίρεση του ∆ΕΑΧ από την ελληνική ΠΕΑ του 2011.
Η πρόσφατη ματαίωση για μια ακόμα χρονιά της μεγαλύτερης Τακτική Άσκησης Μετά Στρατευμάτων (ΤΑΜΣ) της Εθνικής Φρουράς «ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ 2011», καθώς και της τουρκικής άσκησης «TOROS» («Ταύρος») που διεξάγουν οι κατοχικές δυνάμεις, είναι αποτέλεσμα της τρέχουσας πολιτικής και του άτυπου μορατόριουμ που έχει ξεκινήσει από το 2008, μετά από διεθνείς πιέσεις, την περίοδο δηλαδή που ξεκίνησαν για μία ακόμα φορά οι συνομιλίες για την επίτευξη μίας συμφωνίας, η οποία θα τερμάτιζε την κατοχή στη Νήσο.
Βέβαια, ο Παναγιώτης Κονδύλης τονίζει στη «Θεωρία του Πολέμου, 1997» τα παρακάτω: «H βαθύτερη αιτία της αύξουσας Τουρκικής πίεσης πάνω στην Ελλάδα δεν είναι ούτε πολιτισμική, ούτε στενά πολιτική και παροδική, αλλά έγκειται στη συνεχή διεύρυνση της διαφοράς ανάμεσα στο γεωπολιτικό δυναμικό των δύο χωρών. Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, δηλαδή δικαιώματα των οποίων η κυρίαρχη άσκηση εξαρτάται από τη βούληση και τις αντιδράσεις τρίτων, ενώ παράλληλα η στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική. Πράγματι, το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ, την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον οποίο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια. Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους – ίσως να καταρρεύσουν ακόμα και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στη μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο γιατί, αν ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής, ποιος πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική;»
Η Ελλάδα από το 1974 και εντεύθεν ακολούθησε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αρχικά την οδό του ∆ιεθνούς ∆ικαίου και κατόπιν αποτρεπτική πολιτική (1993 – 2002), που στην περίπτωσή μας μεταφράζεται με την υιοθέτηση του ∆ΕΑΧ. Σημειώνεται ότι η πολιτική της αποτροπής αποτελεί μέρος της θεώρησης του Ρεαλισμού, ως σχολής σκέψης των ∆ιεθνών Σχέσεων. Ωστόσο από το 2002 και εντεύθεν εφαρμόστηκε σταδιακά μία ιδεαλιστική πολιτική κατευνασμού της τουρκικής επεκτατικής επιθετικότητας, με κορύφωσή της το έτος 2011, ειδικά με τον προσανατολισμό της στρατηγικής της προς την ευρωπαϊκή κατεύθυνση και ειδικότερα με τη Μόνιμη ∆ιαρθρωμένη Αμυντική Συνεργασία Ελλάδας και Κύπρου.

Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι ότι η δυνατότητα υποστήριξης του ∆ΕΑΧ σε επιχειρησιακό επίπεδο, όταν διακηρύχθηκε το 1993, ήταν οριακή από κάθε πλευρά, ενώ σήμερα η κατάσταση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως βελτιωμένη σε ορισμένους κρίσιμους τομείς. Εκεί όμως που εντοπίζεται το πρόβλημα είναι στο ότι οι Ελληνικές Ένοπλες ∆υνάμεις την παρούσα περίοδο έχουν επιχειρησιακή έλλειψη κρίσιμων πλατφορμών μάχης αέρος-θαλάσσης για την επαρκή υλοποίηση του ∆όγματος, ενώ αντίθετα η Εθνική Φρουρά της Κύπρου απέκτησε (τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό) τις κρίσιμες υποδομές και τα μέσα για την εφαρμογή των κοινών επιχειρησιακών σχεδίων. Τελικά όμως το ∆ΕΑΧ απαξιώθηκε σε πολιτικό επίπεδο και από τα δύο κράτη, με τις διμερείς ασκήσεις να διεξάγονται επί χάρτου και το τραγικό - επικίνδυνο για την παρούσα χρονική περίοδο είναι η αφαίρεση του ∆ΕΑΧ από την ελληνική ΠΕΑ του 2011.
Η πρόσφατη ματαίωση για μια ακόμα χρονιά της μεγαλύτερης Τακτική Άσκησης Μετά Στρατευμάτων (ΤΑΜΣ) της Εθνικής Φρουράς «ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ 2011», καθώς και της τουρκικής άσκησης «TOROS» («Ταύρος») που διεξάγουν οι κατοχικές δυνάμεις, είναι αποτέλεσμα της τρέχουσας πολιτικής και του άτυπου μορατόριουμ που έχει ξεκινήσει από το 2008, μετά από διεθνείς πιέσεις, την περίοδο δηλαδή που ξεκίνησαν για μία ακόμα φορά οι συνομιλίες για την επίτευξη μίας συμφωνίας, η οποία θα τερμάτιζε την κατοχή στη Νήσο.
Βέβαια, ο Παναγιώτης Κονδύλης τονίζει στη «Θεωρία του Πολέμου, 1997» τα παρακάτω: «H βαθύτερη αιτία της αύξουσας Τουρκικής πίεσης πάνω στην Ελλάδα δεν είναι ούτε πολιτισμική, ούτε στενά πολιτική και παροδική, αλλά έγκειται στη συνεχή διεύρυνση της διαφοράς ανάμεσα στο γεωπολιτικό δυναμικό των δύο χωρών. Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, δηλαδή δικαιώματα των οποίων η κυρίαρχη άσκηση εξαρτάται από τη βούληση και τις αντιδράσεις τρίτων, ενώ παράλληλα η στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική. Πράγματι, το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ, την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον οποίο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια. Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους – ίσως να καταρρεύσουν ακόμα και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στη μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο γιατί, αν ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής, ποιος πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική;»
Η Ελλάδα από το 1974 και εντεύθεν ακολούθησε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αρχικά την οδό του ∆ιεθνούς ∆ικαίου και κατόπιν αποτρεπτική πολιτική (1993 – 2002), που στην περίπτωσή μας μεταφράζεται με την υιοθέτηση του ∆ΕΑΧ. Σημειώνεται ότι η πολιτική της αποτροπής αποτελεί μέρος της θεώρησης του Ρεαλισμού, ως σχολής σκέψης των ∆ιεθνών Σχέσεων. Ωστόσο από το 2002 και εντεύθεν εφαρμόστηκε σταδιακά μία ιδεαλιστική πολιτική κατευνασμού της τουρκικής επεκτατικής επιθετικότητας, με κορύφωσή της το έτος 2011, ειδικά με τον προσανατολισμό της στρατηγικής της προς την ευρωπαϊκή κατεύθυνση και ειδικότερα με τη Μόνιμη ∆ιαρθρωμένη Αμυντική Συνεργασία Ελλάδας και Κύπρου.



......συνεχεια στο www.onalert.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: