Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Εξορκίζουν τη βία στο όνομα της «ελευθερίας» της γνώμης. Υποκριτές μεγάλης ολκής

Ο  πολίτης Π.Λ.Παπαγαρυφάλλου
Πρόεδρος της Επιτροπής Ενημερώσεως Εθνικών Θεμάτων


Δημοσιογράφοι και πολιτικοί, και μερικοί  επιλεγμένοι μαϊντανοί, που χρόνια και χρόνια μιλούν από τηλεοράσεις και ραδιόφωνα και γράφουν σε εφημερίδες, και μάλιστα σε καθημερινή βάση, εμφανίζονται ως εξορκιστές της βίας. Εμφανίζονται ως θιασώτες του ειρηνικού «διαλόγου» και καταδικάζουν, κάθε τι που κινείται έξω από την κατεστημένη νομιμότητα με τούτο το «επιχείρημα»: «Ο καθένας μπορεί να λέει τη γνώμη του ελεύθερα και πολιτισμένα».
Ουδέν αναληθέστερον τούτου. Εκατομμύρια Ελληνίδες και Έλληνες βιώνουν στο κράτος του ζόφου αδυνατώντας να πουν έστω και για μια φορά τη γνώμη τους και μάλιστα όταν αυτή ενδέχεται να κινείται εκτός του «κοινοβουλευτικού τόξου».
Ούτε ΜΜΕ διαθέτουν ούτε εφημερίδες και συνεπώς  δεν μπορούν να έχουν δημόσια γνώμη. Συνεπώς το προβαλλόμενο επιχείρημα είναι εξωκοινωνικό και εξωπολιτικό
Πρόκειται για μια πολύμορφη απάτη, στην οποία αντιστέκονται όσοι επιχειρούν να «μιλήσουν» με τη βία όποιας μορφής.
Όταν το πολιτικό σύστημα σε μετατρέπει σε «δοχείο για ξένο περιεχόμενο», ε, τότε όχι μόνο δικαιούσαι αλλά και υποχρεούσαι να υπάρξεις. Όμως υπάρχω σημαίνει μιλώ και επικοινωνώ και αυτό το ανθρώπινο και δημοκρατικό δικαίωμα κατοχυρώνεται και από το άρθρο 14 του Συντάγματος. Όμως η λειτουργία του περιορίζεται σε ελάχιστο κύκλο ανθρώπων του σάπιου συστήματος. Οι πολλαπλώς καταπιεσμένοι και καταχωνιασμένοι πως θα μιλήσουν;
Αφήστε, λοιπόν, τα σάπια και ακούστε και τη γλώσσα της βίας, για την οποία ο Μαρξ έλεγε ότι «αποτελεί τη μαμή της Ιστορίας».
Συγκεκριμένα στο «Κεφάλαιο» έγραφε: «Η βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας η οποία εγκυμονεί μια καινούργια. Αποτελεί και η ίδια οικονομική δύναμη».
Στον αντίποδα της λαϊκής βίας τοποθετεί ο Μαρξ «τη σύμπραξη της κρατικής εξουσίας με τις οικονομικά βαρύνουσες κοινωνικές τάξεις» (για το ζήτημα αυτό βλ. Παναγιώτη Κονδύλη: «Θεωρία του Πολέμου», εκδ. γ’, «Θεμέλιο», Αθήνα, 1999, σελ. 193).
Αυτά για την ιστορία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: