Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Από τα Καλάβρυτα ώς την Αμμόχωστο...

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΛΑΜΠΡΟΥ
Δρ σε θέματα Πολιτιστικής Πολιτικής, Διαχείρισης και Επικοινωνίας, Σύμβουλος Επικοινωνίας Α΄ στην Πρεσβεία της Ελλάδος στην Κύπρο


Σκέψεις για τη φύση του πολέμου, την ιστορική αλήθεια και τη συλλογική μνήμη
Τα αρχέγονα αισθήματα της έχθρας, του μίσους και του αγώνα μέχρι τελικής εκμηδένισης του Άλλου, όσες μεταμορφώσεις ή εξιδανικεύσεις κι αν έλαβαν σε διάφορες περιόδους στον «πολιτισμένο» 20ό και αρχές του 21ου αιώνα, δεν κατορθώνουν εύκολα και για πολύ να μεταμφιεστούν…


Οι σταματημένοι δείκτες του ρολογιού στο αριστερό κωδωνοστάσιο της εκκλησίας της Κοίμησης της Θεοτόκου στην κεντρική πλατεία των Καλαβρύτων δείχνουν την ώρα του ναζιστικού εγκλήματος πολέμου• 14:34, ημέρα Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 1943. Το καμένο ρολόι, ένα συγκλονιστικό, «ζωντανό» τεκμήριο πολέμου, ένα σύμβολο ιστορικής μνήμης που δεν χρειάζεται καμία διευκρινιστική πλακέτα, καμία αφήγηση περί «αλήθειας» και καμία περίπλοκη ανάλυση να το συνοδεύει. Μερικές σκέψεις, ωστόσο, με αφορμή την επέτειο για τη φύση του πολέμου, τη σημασία της αντίστασης, ατομικής και συλλογικής, και τον ρόλο της μνήμης και της αυτοσυνειδησίας, ίσως έχουν κάποια σημασία.
Ο γνωστός Πρώσος στρατηγός και θεωρητικός του πολέμου Carl von Clausewitz, στις αναλύσεις του για τη φύση του πολέμου, με ειλικρίνεια κάνει λόγο για τη «στοιχειακή υπαρξιακή κατάσταση και αντιπαράθεση», που συντίθεται από ορισμένα σταθερά, διαχρονικά γνωρίσματα, κοινά στις προνεωτερικές, νεωτερικές και μετανεωτερικές κοινωνίες που συνθέτουν την «αυθεντική αρχή του πολέμου»: το «στοιχείο της ωμότητας», το «μίσος» και η «εχθρότητα» που «πρέπει να θεωρηθούν ένα τυφλό ορφέμφυτο», το «αχαλίνωτο στοιχείο της έχθρας», η «αμιγής αρχή της έχθρας», η «αυθεντική έχθρα» και η «αποφόρτιση της έχθρας, του μίσους» (Παναγιώτης Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου, Αθήνα, Θεμέλιο, 1997).
Αν αναλογιστούμε πάνω στην ειδησεογραφία της διεθνούς επικαιρότητας που καθημερινά μάς κατακλύζει, η οποία, ας σημειωθεί, καλύπτει ένα μέρος των γεγονότων, όσων περνούν το «κατώφλι» της επιλογής και βλέπουν τελικά το φως στη σκηνή των έντυπων και ηλεκτρονικών ΜΜΕ, από την Αφρική και την Ασία μέχρι την Ουκρανία και την Εγγύς Ανατολή, μπορεί να εξαχθεί εύκολα η ορθότητα των παρατηρήσεων Clausewitz. Τα αρχέγονα αισθήματα της έχθρας, του μίσους και του αγώνα μέχρι τελικής εκμηδένισης του Άλλου, όσες μεταμορφώσεις ή εξιδανικεύσεις κι αν έλαβαν σε διάφορες περιόδους στον «πολιτισμένο» 20ό και αρχές του 21ου αιώνα, δεν κατορθώνουν εύκολα και για πολύ να μεταμφιεστούν.
Μία πραγματική «θέαση» -έστω και μέσα από τις οθόνες και τις σελίδες των μέσων- αποκαλύπτει την αλήθεια και τη φρίκη των εχθροπραξιών. Ιδιαίτερα, η γραμμή ωμής βίας και αίματος που χάραξαν οι ναζιστικές στρατιές σε βάρος του άμαχου πληθυσμού -κάποιες φορές ως «αντίποινα»
για νίκες ανταρτών αντίστασης στις υπό κατοχή χώρες- από τα βάθη της Ρωσίας μέχρι τη Σερβία και την Ελλάδα, αποτελεί τραγικό παράδειγμα της «αυθεντικής αρχής του πολέμου» που περιγράφει ο Clausewitz.
Στη σημερινή Γερμανία και Αυστρία η πνευματική και ψυχολογική διαδικασία της διατήρησης και επεξεργασίας της συλλογικής μνήμης για το ναζιστικό παρελθόν είναι ακόμη σε εξέλιξη. Στo Βερολίνο και τη Βιένη, όπου έζησα τα έτη 1999-2004, λόγω θητείας στα Γραφεία Τύπου και Επικοινωνίας των Πρεσβειών της Ελλάδας, βίωσα ποικίλες αντιδράσεις πολιτών παλαιότερης και νεότερης γενιάς για το περίφημο συλλογικό «τραύμα» του ναζιστικού παρελθόντος στην καρδιά της Ευρώπης. Επισκέφθηκα την περιοδεύουσα έκθεση οπτικοακουστικών τεκμηρίων «Πόλεμος εκμηδένισης: Εγκλήματα της Βέρμαχτ από το 1941 έως το 1944» («Vernichtungskrieg. Verbrechen der Wehrmacht 1941 bis 1944»), την οποία είδαν χιλιάδες Γερμανοί και Αυστριακοί, παρά τις συνεχείς διαδηλώσεις νεοναζιστικών οργανώσεων έξω από τους εκάστοτε εκθεσιακούς χώρους στις δύο χώρες.
Η συγκλονιστική αυτή έκθεση, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και ελληνική τοπογραφία της φρίκης, έφερε στο προσκήνιο το «ένοχο παρελθόν» και κατέρριψε τον μύθο της γερμανικής συλλογικής μνήμης περί «άμεμπτης» ως προς το δίκαιο του πολέμου Βέρμαχτ, αποδεικνύοντας πως μέλη της συμμετείχαν ενεργά, από κοινού με τα υπόλοιπα σώματα στρατού, στην πυρπόληση υπό κατοχή χωριών, στην εκτέλεση και αφανισμό άμαχου πληθυσμού, λεηλασία και αρπαγή κινητής περιουσίας και ειδών επιβίωσης (από ζώα μέχρι τρόφιμα), καταδικάζοντας στον λιμό και τους τυχόν διασωθέντες. Η στρατηγική τους εξυπηρετούσε τον σκοπό του πολέμου εκμηδένισης, που είναι «η καθυπόταξη» μέσω της εξουδετέρωσης των ενόπλων δυνάμεων, την κατάκτηση της εχθρικής χώρας και την κάμψη της εχθρικής βούλησης, «έτσι ώστε να μην είναι δυνατή η συνέχιση της αντίστασης» (Παναγιώτης Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου).
Ο ψυχολογικός μηχανισμός της απώθησης τραγικών στιγμών στη συλλογική μνήμη δεν αφορά μόνο τον ναζιστικό άξονα, παρά χαρακτηρίζει συχνά και τους λαούς-θύματα. Γνωστότερα παραδείγματα της γραμμής βίας της Βέρμαχτ στην Ελλάδα είναι το Κοντομαρί και η Βιάννος Κρήτης, το Δίστομο Βοιωτίας, το Κομμένο Άρτας και τα Καλάβρυτα Πελοποννήσου, που ενίοτε εκτίθενται σε επετειακά αφιερώματα του πολέμου του 1940, καθώς και πολλά άλλα «άγνωστα» μέρη, που θα πρέπει να αναδεικνύονται για τη φρίκη του πολέμου, την αξία της αντίστασης και τον αγώνα επιβίωσης και συνέχισης ενός λαού, σε ένα νέο, γεωπολιτικό περιβάλλον. Η περίπτωση των Καλαβρύτων είναι ενδεικτική ως σύμβολο της αλήθειας της «αυθεντικής αρχής του πολέμου» και συλλογικής επεξεργασίας της αλήθειας και των «μύθων» που τη συνοδεύουν στην ιστορική μνήμη.

«Επιχείρηση Καλάβρυτα»
Οι Γερμανοί μπήκαν στα Καλάβρυτα στις 9 Δεκεμβρίου 1943 και δημιούργησαν έναν ασφυκτικό κλοιό αποκλεισμού διαφυγής. Το πρωί της Δευτέρας, 13 Δεκεμβρίου, πριν καλά-καλά ξημερώσει, χτύπησαν τις καμπάνες της κεντρικής εκκλησίας και διέταξαν να συγκεντρωθούν όλοι οι κάτοικοι στο δημοτικό σχολείο, αφού πάρουν μαζί τους μια κουβέρτα και τρόφιμα μιας ημέρας. Στο κτίριο του σχολείου έγινε ο χωρισμός και ο αποχωρισμός. Τα γυναικόπαιδα κλειδώθηκαν στο σχολείο και ο ανδρικός πληθυσμός 14 χρονών και άνω οδηγήθηκε σε φάλαγγες στη Ράχη του Καππή, που υψώνεται αμφιθεατρικά πάνω από τα Καλάβρυτα. Οι Καλαβρυτινοί προτού εκτελεστούν είδαν τις περιουσίες, τα σπίτια και το σχολείο να παραδίδονται στις φλόγες.
Τελικά τα γυναικόπαιδα σώθηκαν σπάζοντας την πόρτα και τα παράθυρα του σχολείου. Ακόμη ακούγεται στα μέρη μας ο μύθος (;) για τον Αυστριακό στρατιώτη που συγκινήθηκε από τις κραυγές των εγκλείστων και ξεκλείδωσε την πόρτα διαφυγής. Την ίδια στιγμή, ο οδοντωτός σιδηρόδρομος που ξεκινά από τα Καλάβρυτα και διασχίζει το φαράγγι του Βουραϊκού κατηφόριζε κατάφορτος με τις σοδιές από τη λεηλασία σε σπίτια, μαγαζιά και αποθήκες, μαζί με χρήματα και αποθέματα τραπεζών και δημοσιών υπηρεσιών. Από το ξενοδοχείο «Μέγας Αλέξανδρος», με μια πράσινη και ύστερα μια κόκκινη φωτοβολίδα, δόθηκε το σύνθημα της εκτέλεσης. Τα πολυβόλα θέρισαν τους Καλαβρυτινούς. Ακολούθησε η χαριστική βολή. Διασώθηκαν 13 άτομα.
Ο επικεφαλής της Επιχείρησης, στρατηγός Karl von Le Suire, είχε δώσει σαφείς εντολές να καταγράφονται με ακρίβεια όλα τα θύματα. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πηγές, 499 άτομα εκτελέστηκαν εκείνη τη μέρα στα Καλάβρυτα, ενώ ο συνολικός αριθμός των θυμάτων στην ευρύτερη περιοχή υπολογίζεται σε 667 άτομα. Οι καταδρομείς της Βέρμαχτ σκόρπισαν τον τρόμο, καθ’ οδόν και μετά τα Καλάβρυτα, στα γύρω χωριά: Ρογοί, Κερπινή, Ζαχλωρού, Σουβάρδο, Βραχνί, Κάλανο, Βλάσια, Μάνεσι, Σαραδί, Μαζέικα (Κάτω Κλειτορία), Μάζι, κ.ά., καθώς και στην Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου και στην Αγία Λαύρα. Με βάση τον αριθμό των θυμάτων, ο Μάγερ έχει χαρακτηρίσει την «Επιχείρηση Καλάβρυτα» («Unternehmen Kalavryta») το μεγαλύτερο έγκλημα πολέμου που διέπραξε η Βέρμαχτ σε μη σλαβόφωνο κράτος κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Χέρμαν Φρανκ Μάγερ, Από τη Βιένη στα Καλάβρυτα: Τα αιματηρά ίχνη της 117ης μεραρχίας καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2003, 779 σελ.).

Συλλογικός αγώνας επιβίωσης
Σε αντίθεση με την έμμεση μαρτυρία των ΜΜΕ για τη φρίκη του πολέμου σήμερα, με αφορμή διαφυλετικές, διαθρησκευτικές, πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές «πραγματικότητες» ή μύθους, έχω την τύχη της άμεσης, προσωπικής μαρτυρίας για τα Καλάβρυτα και τη γύρω περιοχή. Ο πατέρας μου, μικρό παιδί τότε, θυμόταν πως στα διπλανά Μαζέικα που έμενε, με το άκουσμα της είδησης της σφαγής στα Καλάβρυτα και της τυφλής εκτέλεσης όποιου συναντούσαν στο διάβα τους οι καταδρομείς, οι οικογένειες άρπαξαν λίγα υπάρχοντα και κατέφυγαν μέσα σε πανικό σε σπηλιές του ορεινού όγκου του Χελμού, όπου άντεξαν για πολλές ημέρες, μέσα στο κρύο του χειμώνα και την πείνα, και επιβίωσαν. Η πιο σκληρή ώρα, όμως, μετά τη Μαύρη Δευτέρα είχε σημάνει για τις Καλαβρυτινές και τα παιδιά τους.
Οι γυναίκες ανηφόρισαν προς τον Λόφο του Καππή και αντίκρισαν άνδρες, πατεράδες, γιους και αδερφούς να κείτονται νεκροί. Με τα νύχια και ό,τι μέσο έβρισκαν, μέσα στο ανάκατο αίμα με λάσπη, ξεκίνησαν να σκάβουν τάφους στην παγωμένη γη του Δεκέμβρη. Επί μέρες, μετέφεραν με κουβέρτες σκοτωμένους στο νεκροταφείο και άλλους έθαβαν στο λόφο της θυσίας. Τα επόμενα χρόνια, οι γυναίκες πάλεψαν μέσα στον θρήνο και στα ερείπια να επιβιώσουν οι ίδιες, να αναθρέψουν τα παιδιά και να ξαναχτίσουν την πόλη. Χήρες και νέες παντρεύτηκαν με συνοικέσια από άλλα χωριά, ώστε να υπάρξει ξανά ανδρική παρουσία και συνέχιση της ζωής στα Καλάβρυτα.

Επεξεργασία συλλογικού τραύματος
ΣΤΗ μεταπολεμική περίοδο, το ναζιστικό έγκλημα πολέμου διαδόθηκε στη Γερμανία, έγιναν αδελφοποιήσεις με γερμανικές πόλεις, παιδιά έλαβαν υποτροφίες σπουδών και βοηθήματα, γερμανικά σχολεία και σύλλογοι επισκέπτονται και επιτελούν κοινωνικό έργο κάθε καλοκαίρι στα Καλάβρυτα, Γερμανοί αξιωματούχοι συμμετέχουν στις επετειακές εκδηλώσεις μνήμης, σε μιαν απόπειρα επεξεργασίας του συλλογικού τραύματος και της διμερούς συμφιλίωσης. Από το 2005 λειτουργεί το Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος με φωτογραφικό και ηχητικό υλικό μαρτυριών. Στο 16ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, φέτος, το ντοκιμαντέρ του Ηλία Γιαννακάκη «Καλάβρυτα: άνθρωποι και σκιές» κέρδισε το βραβείο της Διεθνούς Κριτικής (FIPRESCI). Βασανιστική αποδεικνύεται η ιστορική «αλήθεια», οι μύθοι και τα ερωτήματα που βασανίζουν ακόμη ντόπιους και μελετητές για τα αίτια και τη χρονική στιγμή λήψης της απόφασης της «Επιχείρησης Καλάβρυτα», όπως και το μερίδιο ευθύνης ή μη των ανταρτών, εξαιτίας της εκτέλεσης των αιχμαλώτων Γερμανών της μάχης της Κερπινής, για την πρόκληση του μένους των καταδρομέων της Βέρμαχτ.
Ο σκηνοθέτης της ταινίας δηλώνει πως έχει εστιάσει το ενδιαφέρον του στην επεξεργασία του βιώματος και τα συναισθήματα των επιζώντων, κυρίως των παιδιών. Στερεοτυπικές και γραμμικές αφηγήσεις στην ιστορική έρευνα, καταγραφή και ερμηνεία, για το αναμφισβήτητο έγκλημα πολέμου της Βέρμαχτ στα Καλάβρυτα, δεν επαρκούν για τη διατήρηση στη συλλογική μνήμη. Χρειάζεται, σήμερα, στο σημερινό περιβάλλον πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών και ιδεολογικών εξελίξεων, η συλλογική καταδίκη της «αυθεντικής αρχής του πολέμου», η αναζήτηση της «αλήθειας» και η επεξεργασία των μύθων της, όπως και η συνειδητή επιλογή της συμφιλίωσης και της ειρηνικής συμβίωσης στο μέλλον, χωρίς βέβαια την αποποίηση του δικαιώματος της άμυνας, της αντίστασης και του συλλογικού αγώνα στην περίπτωση απειλητικών διεκδικήσεων. Δυσκολότερη, βέβαια, όπως είναι εμφανές σε επετειακά ντοκιμαντέρ και σε όσους από εμάς ακούσαμε από παππούδες και γονείς τη φρίκη του πολέμου, είναι για τους αυτόπτες μάρτυρες η ανεύρεση της «αλήθειας» και η επεξεργασία ενός τραύματος-τομή στην ιστορία μίας πόλης, μίας περιοχής, μίας χώρας, ενός έθνους.

Όλοι όσοι έζησαν τη σφαγή και τον αγώνα επιβίωσης στην έρημη γη των Καλαβρύτων και της γύρω περιοχής, σημαδεμένοι βαθιά καθώς μεγάλωναν, όπως σε τόσα άλλα μέρη της ναζιστικής φρίκης στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αλλά και οι επιζήσαντες της Μικρασιατικής Καταστροφής ή της Κυπριακής Τραγωδίας του 1974, σήκωσαν ένα επαχθές φορτίο. Οι ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις σε μία ολόκληρη γενιά, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν έχουν επαρκώς μελετηθεί. Ένα μικρό παράδειγμα χωρίς περιττές αφηγήσεις και ερμηνείες: Ένας από τους συμμετέχοντες στην Πολιτική Άμυνα της Αμμοχώστου και από τους τελευταίους Ελληνοκύπριους που αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από την πόλη, στο άκουσμα της είδησης άφιξης των στρατευμάτων του τουρκικού Αττίλα ΙΙ, μου διηγιόταν το 2011, λίγο πριν πεθάνει, πως ποτέ δεν ξέχασε αυτές τις συγκλονιστικές στιγμές εγκατάλειψης της γενέθλιας πόλης του, πως ποτέ δεν μπόρεσε να ξαναντικρίσει τη θάλασσα και να κολυμπήσει σε αυτήν…

Αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα μου από τα Μαζέικα Καλαβρύτων

http://www.sigmalive.com/simerini/

Δεν υπάρχουν σχόλια: