Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Τι κρύβεται πίσω από τους βρυχηθμούς της Τουρκίας

Του Μάρκου Α. Τέμπλαρ 

Η άρνηση της Τουρκίας να υποβάλει σχέδια πτήσεως για τα στρατιωτικά της αεροπλάνα [όταν εισέρχονται στον εναέριο χώρο της Ελλάδας και της Κύπρου], είναι σύμφωνη με το δόγμα της για καθοριστικό ακαριαίο χτύπημα όταν ο χρόνος το επιτρέπει. Αυτό το Τουρκικό δόγμα αναπτύχθηκε συν τω χρόνω, από το γεγονός ότι η Τουρκία όχι μόνον δεν τιμωρήθηκε για ένας σωρό απαίσιες πράξεις της εναντίον ελληνικών συμφερόντων ιδιαίτερα αφού έγινε μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά επιπλέον αμείφθηκε για τέτοιες πράξεις από διαδοχικές κυβερνήσεις της Ελλάδας, της Κύπρου και διάφορων χωρών-μελών του ΝΑΤΟ. 

Το Κυπριακό ζήτημα στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ξεκίνησε ως ένα θέμα μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ). Η Τουρκία δεν ήταν πουθενά [το απαγόρευε ρητά άλλωστε, η Συνθήκη της Λωζάννης, του 1923]. Κατά αδιευκρίνιστο τρόπο η Ελλάδα υπέκυψε στις πιέσεις του Λονδίνου να δεχτεί την Τουρκία ως συνομιλητή στο Κυπριακό. Αυτή η υποτακτική συμπεριφορά της Ελλάδας, ήταν αιτία για να υποστεί και να υφίσταται τα πάνδεινα, ο Ελληνισμός της Κύπρου. Οι Τούρκοι αποκαλούν τους Ελληνοκύπριους ακόμη και σήμερα ως Ρουμ, αντί Έλληνες, ως να ήταν μέρος του έθνους των Ρωμιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας [έπαψαν να είναι ουσιαστικά το 1878 όταν η Αγγλία ενοικίασε την Κύπρο από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και τυπικά το 1914 όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία μπήκε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με το μέρος των Κεντρικών Δυνάμεων, Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας, και η Αγγλία ανακήρυξε τη Κύπρο ως κτήση της]. 

Τα πογκρόμ του Σεπτεμβρίου του 1955 και των πρώτων μηνών του 1964 εναντίον της Ελληνικής Κοινότητας της Πόλης [που προστατευόταν και ακόμη προστατεύεται από τη Συνθήκη της Λωζάννης] δεν έμειναν απλά αναπάντητα, αλλά διαδοχικές Ελληνικές κυβερνήσεις σιωπούν όταν η Τουρκία ενθαρρύνει περαιτέρω παραβιάσεις της Συνθήκης της Λωζάννης, αλλά και η ίδια πραγματοποιεί τέτοιες παραβιάσεις. Επιπλέον, οι Τούρκοι πολιτικοί απαιτούν αμοιβαιότητα. Ίσως η Ελληνική Κυβέρνηση πρέπει να ικανοποιήσει το αίτημά τους απελαύνοντας αντίστοιχο ποσοστό Μουσουλμάνων της Θράκης και της Δωδεκανήσου. 

Η εισβολή της Τουρκίας στη Κύπρο [το 1974] όχι μόνο δεν πήρε τη δέουσα απάντηση, αλλά αμείφθηκε επιπλέον από δύο Ελληνο-αμερικανικές εταιρείες δημοσίων σχέσεων, η εσωτερική διαμάχη των οποίων έφερε τη συμφωνία 10:7 για τη σχέση στρατιωτικής βοήθειας σε Τουρκία και Ελλάδα από το 1976 [ενώ ήταν σε ισχύ το εμπάργκο όπλων προς τη Τουρκία που είχε επιβληθεί από το Αμερικανικό Κογκρέσο και παρά τα αρχικά βέτο του

Προέδρου Φόρντ]. Η ίδια η Τουρκία έχει αμειφθεί για την άθλια συμπεριφορά της από το γεγονός και μόνον ότι οι κυβερνήσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, με τη «βοήθεια» όλων των Ελληνικών κυβερνήσεων, διαπραγματεύτηκαν και διαπραγματεύονται τους όρους της κατοχής της ίδιας της Κύπρου από την Τουρκία, καθιστώντας όλες τις αποφάσεις του ΣΑ του ΟΗΕ ανενεργές. Αυτό είναι σαν η κυβέρνηση του Στρατηγού Ντε Γκωλ, στοχεύοντας στην νομιμοποίηση της Χιτλερικής κατοχής του Βισύ της Γαλλίας, να διαπραγματευόταν τους όρους της κατοχής οι οποίοι και θα καθόριζαν τον βαθμό της κυριολεκτικής δουλείας του λαού της Νότιας Γαλλίας. Διερωτώμαι αν όλοι όσοι διαπραγματεύονται την ντε-φάκτο κατοχή της Κύπρου από την Τουρκία θα ζήσουν κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες τις οποίες προσπαθούν τόσο πολύ να επιβάλουν σε άλλους. 

Η Τουρκία έχει αμειφθεί επίσης για την ανηθικότητά της από την ίδια την ΕΕ, η οποία όχι μόνον επέτρεψε την κατοχή εδάφους της από ξένη δύναμη, αλλά επιπλέον έχει δεχθεί να διαπραγματευτεί με αυτή τη δύναμη το καθεστώς υποψήφιας χώρας. Το ΝΑΤΟ έχει αμείψει την Τουρκία με το να δεχτεί την επίθεση της Τουρκίας εναντίον μιας ανεξάρτητης χώρας, που ισχυρίστηκε ότι οι ζωές και η ευημερία των Τουρκοκυπρίων ήταν σε κίνδυνο. Τότε, ανκαι το ΝΑΤΟ ήταν αυστηρά ένα αμυντικό σύμφωνο, έκανε δεκτή τη δικαιολογία της Τουρκίας για αυτή την «Ειρηνευτική» επιχείρηση, ως μια πράξη καλής θέλησης. 

Πρόσφατα όμως το ΝΑΤΟ απέρριψε την ταυτόσημη λογική της Ρωσίας και προσπαθεί, πλήρες υποκρισίας, να τιμωρήσει την «παράνομη» προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, λες και το κατεχόμενο βόρειο τμήμα της Κύπρου δεν είναι προσαρτημένο στη Τουρκία, με το να κρύβεται πίσω από σημασιολογικές ερμηνείες αναφορικά με το τι συνιστά κατεχόμενη περιοχή. Επιπλέον, η Τουρκία παραβιάζει τη Συνθήκη της Γενεύης ΙV, Άρθρο 49, 6η παράγραφος, που προβλέπει ότι «Η Κατοχική Δύναμη δεν επιτρέπεται να απελάσει ή να μεταφέρει τμήματα του δικού της άμαχου πληθυσμού στη περιοχή την οποία κατέχει», και παρ’όλα αυτά όσον αφορά το ΝΑΤΟ, όλα είναι μια χαρά! 

Ένα άλλο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι η διαφορά αναφορικά με τον αριθμό απωλειών, κατά τη προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, και της Τουρκικής εισβολής της Κύπρου. Κατά την τελευταία, αλλά και αργότερα, πέρα από τα αποτελέσματα των μαχών (νεκροί κατά τη διάρκεια των μαχών, αγνοούμενοι μετά από μάχες, τραυματίες και αιχμάλωτοι πολέμου), τα ανθρώπινα δικαιώματα μεγάλου αριθμού άτυχων Ελληνοκυπρίων παραβιάστηκαν βάναυσα, μια και οι ίδιοι έπεσαν θύματα βασανισμού, δολοφονιών, παράνομων συλλήψεων και φυλακίσεων, αυθαίρετων φορολογιών, εγκλημάτων κατά της περιουσίας τους, καταναγκαστικής εργασίας, απαγωγής, παράνομων μετακινήσεων και βιασμών [το σύνολο των πολιτικών και στρατιωτικών αγνοουμένων είναι 1.500 σε πληθυσμό 500.000 ατόμων, δηλ. το 0,3 %!]. Η καταναγκαστική εργασία πολιτών καθώς και αιχμαλώτων πολέμου, όπως και των απαγωγών έλαβαν χώρα αφού τα άτομα αυτά [χιλιάδες] μεταφέρθηκαν στη Τουρκία. 

Τα παραπάνω δεν λαμβάνουν υπ’όψη την αναποτελεσματικότητα των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ), αν σκεφτούμε ότι έχασαν 19 μαχητικά αεροσκάφη και 2 ναυτικά σκάφη επιφάνειας σε πόλεμο εναντίον κράτους με καθόλου αεροπορία ή ναυτικό. Οι πραγματικές απώλειες σε προσωπικό και των δύο πλευρών μου είναι άγνωστες. Εκείνο το οποίο είναι γνωστό είναι ότι ο λόγος επιτιθέμενων προς αμυνόμενους σε μια εισβολή, που συνήθως είναι 4 προς 1, εύκολα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ήταν ήδη αυξημένος σε 6 προς 1, μια και οι ΤΕΔ ήταν βαριά εξοπλισμένες και αντιμετώπιζαν την ελεφρά εξοπλισμένη Κυπριακή Εθνοφρουρά. 

Στη στρατιωτική τακτική για επιτυχή έκβαση μιας εισβολής θεωρείται αρκετός ο λόγος 4 προς 1 (επιτιθέμενων προς αμυνόμενους). Πολύ σπάνια θα χρειαζόταν μια επιτιθέμενη δύναμη να φτάσει τον λόγο 6 προς 1, εκτός και αν ο επιτιθέμενος δεν ήταν σίγουρος για τις δικές του στρατιωτικές ικανότητες εναντίον ενός συγκεκριμένου αντιπάλου. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι Τουρκικές δυνάμεις εισβολής καθηλώθηκαν στις περιοχές Κερήνειας και Μόρφου για πάνω από δύο εβδομάδες και κατέκτησαν τα εδάφη που σήμερα κατέχουν μετά από την εκεχειρία που αποφάσισε το ΣΑ του ΟΗΕ [1]. Τα παραπάνω δεδομένα θα έπρεπε να είχαν ανησυχήσει τους επιτελείς του ΝΑΤΟ. 

Σε όλους εκείνους που με περισσή ευκολία εισηγούνται ότι «όλοι είμαστε αδέλφια» ή ότι πρέπει να συγχωρήσουμε και να ξεχάσουμε, έχω να πω ότι είναι καλύτερα να περάσουν από το πλησιέστερο Μουσείο Ολοκαυτώματος ή το Μνημείο της 11ης Σεπτεμβρίου στη πόλη της Νέας Υόρκης. 

Σημείωση: [1]. Είναι γεγονός ότι οι Τουρκικές δυνάμεις εισβολής, κατά το βράδυ της 22ας Ιουλίου 1974, οπότε και έλαβε χώρα η πρώτη κατάπαυση του πυρός, ήλεγχαν μόνο το προγεφύρωμα στο χώρο εισβολής μέχρι και τη πόλη της Κερύνειας, καθώς και ένα στενό διάδρομο που συνέδεε αυτή τη περιοχή με το βόρειο τμήμα της Λευκωσίας και παρακείμενων χωριών, που κατοικούνταν από Τουρκοκύπριους, και όπου είχαν προσγειωθεί αλεξιπτωτιστές των ΤΕΔ την ημέρα της εισβολής. Αυτή η κατάπαυση του πυρός, και οι συνεχείς παραβιάσεις της, ήταν ο τρόπος με τον οποίο η Τουρκία μπόρεσε να αποβιβάσει 40.000 στρατιώτες, χωρίς πια τη παραμικρή ενόχληση, με βαρύ εξοπλισμό (ιδίως άρματα μάχης και πυροβολικό), και επεκτείνοντας καθημερινά την περιοχή κατοχής ώστε να τη δεκαπλασιάσει (από 20 σε 200 τ.χιλ.). Όλα αυτά ενώ προπαρασκευαζόταν η διάσκεψη της Γενεύης για διαπραγματεύσεις στο Κυπριακό. Ο εκβιασμός της Τουρκίας στη διάσκεψη (δεχτείτε διαίρεση της Κύπρου ή την επιβάλλω με τη δύναμη των όπλων) απορρίφθηκε από τις κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου, οπότε στις 14 Αυγούστου 1974 η Τουρκία εξαπέλυσε τον Αττίλα ΙΙ, θέτοντας υπό στρατιωτική κατοχή το 38 % του νησιού. Σε διάστημα λιγότερο από 1 μήνα η εισβολή των ΤΕΔ προκάλεσε περίπου 5.000 νεκρούς, γύρω στους 1.500 αγνοούμενους [40 χρόνια μετά!], περισσότερους από 200.000 Ελληνοκύπριους πρόσφυγες στην ίδια τους τη γη, καθώς και ανεκτίμητες απώλειες περιουσίας. Έξη μήνες αργότερα, και παρά τις επανειλημμένες αποφάσεις του ΣΑ του ΟΗΕ για απόσυρση των Τουρκικών στρατευμάτων κατοχής, η Τουρκία με την αρωγή της Μεγ. Βρετανίας μετέφερε βίαια στη Τουρκία όλους τους Τουρκοκύπριους των ελεύθερων περιοχών, οι οποίοι είχαν καταφύγει στις Βρετανικές βάσεις. Από εκεί τους έφερε στη κατεχόμενη Κύπρο, εγκαθιστώντας τους στις περιουσίες των Ελληνοκύπριων προσφύγων. Επιπλέον, η Τουρκία εγκατέστησε συν τω χρόνω στη κατεχόμενη Κύπρο 200,000-300,000 παράνομους εποίκους από τη Τουρκία, δηλαδή ασκεί κατά συρροή νεο-αποικισμό, κάτι που απαγορεύεται ρητά από τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ.

Παραπομπές:
Laurence Stern, The wrong horse. ΝΥ Times Βooks, New York, 1977. (Ελληνική μετάφραση: Λάθος Άλογο, Εκδόσεις Ταμασός, Λευκωσία 1978).

Christopher Hitchens, The trial of Henry Kissinger, Verso Books, New York, 2001. (Ελληνική μετάφραση: Η δίκη του Χένρυ Κίσσιντζερ, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2002).

Το παραπάνω κείμενο είναι μετάφραση του άρθρου Behind Turkey’s Roaring του Μάρκου Α. Τέμπλαρ

mignatiou.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: